Νομοθεσία
Διεργασίες
Πρότυπα
Βέλτιστες Πρακτικές
Χρήσιμες Επαφές
Ορολογία
Συχνές Ερωτήσεις
Ομάδα Εργασίας
Επικοινωνήστε
Συνδέσεις
Πείτε μας την άποψή σας για το Envirohelp.gr
Διαβάστε τους όρους χρήσης και την αποποίηση ευθύνης

Αρχική Σελίδα

Ορολογία- Α

Τίτλος

Περιγραφή

abiotic

(αβιοτικός) Αναφέρεται σε παράγοντες ή πράγματα που είναι χωριστά και ανεξάρτητα από δραστηριότητες που εκδηλώνονται μεταξύ των ζωντανών οργανισμών χωρίς ζωή.

 

Pertaining to factors or things that are separate and independent from living things; nonliving.

 

acid deposition

(όξινη (όξινη απόθεση) Οποιαδήποτε μορφή όξινων ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων και επίσης κατακρημνίσεις ξηρών όξινων σωματιδίων (βλέπε επίσης όξινες ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις - acid precipitation)

 

Any form of acid precipitation and also fallout of dry acid particles. (See also acid precipitation)

 

acid precipitation

(όξινες ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις) Περιλαμβάνουν την όξινη βροχή, την όξινη ομίχλη, το όξινο χιόνι και οποιαδήποτε άλλη μορφή ατμοσφαιρικής κατακρήμνισης, η οποία είναι περισσότερο όξινη από το φυσιολογικό (δηλαδή με pH μικρότερο από 5.6). Η πλεονάζουσα οξύτητα προέρχεται από συγκεκριμένους αέριους ρύπους, δηλαδή το διοξείδιο του θείου και τα οξείδια του αζώτου.

 

Includes acid rain, acid fog, acid snow and any other form of precipitation that is more acidic than normal (i.e., less than pH 5.6). Excess acidity is derived from certain air pollutants, namely sulfur dioxide and oxides of nitrogen.

 

acidophilic

(οξύφιλος) Κάθε οργανισμός που είναι προσαρμοσμένος να ζει σε όξινο περιβάλλον. Συνώνυμο με το oxyphilic.

 

Organisms that are adapted to live in acidic environments. Syn. oxyphilic

 

activated sludge

(ενεργός ιλύς) Λάσπη που δημιουργείται από αποικίες ζωντανών μικροοργανισμών που τρέφονται με διαλυμένη οργανική ύλη κατά τη διαδικασία της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων. Στη συνέχεια αυτή η λάσπη κατακάθεται και ένα μέρος της ανακυκλώνεται (επιστρέφει) για να χρησιμοποιηθεί ξανά στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων.

 

Sludge made up of clumps of living organisms feeding on detritus that settles out and is recycled in the process of secondary wastewater treatment.

 

adaptation

(προσαρμογή) Μια οικολογική ή εξελικτική αλλαγή στη δομή ή λειτουργία που κάνει έναν οργανισμό ικανό να προσαρμοστεί καλύτερα στο περιβάλλον στο οποίο ζει. Έτσι ενισχύεται η ικανότητα του οργανισμού να επιβιώνει και να αναπαράγεται.

 

An ecological or evolutionary change in structure or function that enables an organism to adjust better to its environment and hence enhances the organism’s ability to survive and reproduce.

 

aeration

(αερισμός) Έδαφος: Ο εμπλουτισμός του εδάφους με αέρα που περιέχει οξυγόνο, το οποίο είναι απαραίτητο για την αναπνοή των ριζών. Νερό: Η διάχυση αέρα ή οξυγόνου με στόχο την αύξηση της συγκέντρωσης του διαλυμένου οξυγόνου στο νερό. 

 

Soil: The exchange within the soil of oxygen and carbon dioxide necessary for the respiration of roots. Water: The bubbling of air or oxygen through water to increase the amount of oxygen dissolved in the water.

 

aerosols

(αερολύματα) Λεπτότατα σωματίδια υγρού ή στερεού που προέρχονται από την χέρσο και τις υδάτινες επιφάνειες και μεταφέρονται στην ατμόσφαιρα.

 

Microscopic liquid and solid particles originating from land and water surfaces and carried up into the atmosphere.

air pollutant

(αέριος ρύπος) Μια ουσία που αλλάζει την φυσική σύσταση του αέρα προκαλώντας αρνητικές επιπτώσεις.

 

A substance that detrimentally alters the natural composition of the air.

 

algae

(άλγη, φύκια) Όλα τα είδη των φωτοσυνθετικών φυτών που ζουν και αναπαράγονται αποκλειστικά μέσα σε υδάτινο περιβάλλον. Πολλά είδη (οι πλαγκτονικές μορφές) είναι μονοκύτταροι οργανισμοί ή αποτελούνται από μικρές ομάδες κυττάρων που επιπλέουν ελεύθερα μέσα στο νερό. Άλλα είδη (τα φύκια της θάλασσας- seaweeds) μπορεί να είναι μεγάλα, δηλ. πολυκύτταροι οργανισμοί και προσκολλημένα σε κάποιο σταθερό σημείο, π.χ. σε κάποιον βράχο μέσα στη θάλασσα.

 

Any of numerous kinds of photosynthetic plants that live and reproduce while entirely immersed in water. Many species (the planktonic forms) exist as single cells or small groups of cells that float freely in the water. Other species (the seaweeds) may be large and attached.

 

aluminιum

(αλουμίνιο ή αργίλιο) Το χημικό στοιχείο Al. Έχει μεταλλικές φυσικοχημικές ιδιότητες.

 

amphibians

(αμφίβια) Ζώα αυτής της κλάσης ανήκουν στο υποφύλο σπονδυλωτά που περιλαμβάνει μορφές (όπως τα βατράχια, φρύνους, σαλαμάνδρες και τρίτωνες) που είναι κάτι ενδιάμεσο, από πολλές απόψεις, μεταξύ ψαριών και ερπετών.

 

Α class of Vertebrata comprising forms (like the frogs, toads, newts and salamanders) that are intermediate in many respects between fishes and reptiles.

 

anaerobic

(αναερόβιος) Χωρίς οξυγόνο.

 

anaerobic digestion

(αναερόβια χώνευση) Η αποδόμηση της οργανικής ύλης από οργανισμούς σε περιβάλλον όπου απουσιάζει το οξυγόνο. Η διεργασία της αναερόβιας χώνευσης έχει σαν αποτέλεσμα την απελευθέρωση αερίου μεθανίου σαν παραπροϊόν.

 

The breakdown of organic material by microorganisms in the absence of oxygen. The process results in the release of methane gas as a waste product.

 

aquatic ecosystem

(υδατικό οικοσύστημα)

 

aquifer

(υπόγειος υδροφορέας) Ένα υπόγειο στρώμα που αποτελείται από διαπερατά πετρώματα, άμμος ή άλλα υλικά που επιτρέπουν την μετακίνηση του νερού ανάμεσα από στρώσεις αδιαπέραστων πετρωμάτων ή αργίλου του εδάφους. Το νερό των υπόγειων υδροφορέων χρησιμοποιείται συχνά και η άντλησή του γίνεται με την κατασκευή πηγαδιών ή γεωτρήσεων.

 

An underground layer of porous rock, sand, or other material that allows the movement of water between layers of nonporous rock or clay. Aquifers are frequently tapped for wells.

 

association

(φυτοκοινωνία) Ένας μοναδικός συνδυασμός από φυτά σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία. Είναι το βασικό επίπεδο ταξινόμησης που χρησιμοποιείται στο σύστημα  Εθνικής Ταξινόμησης της Βλάστησης των Η.Π.Α.

 

A unique combination of plants on a given site; the fundamental level of classification used in the United States National Vegetation Classification system.

 

autotroph

(αυτότροφος) Κάθε οργανισμός που μπορεί να συνθέτει όλες τις οργανικές ουσίες που χρειάζεται από ανόργανα θρεπτικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα ανόργανα χημικά είδη ή το φως του ήλιου σαν πηγή ενέργειας. Τα πράσινα φυτά είναι οι κυριότεροι αυτότροφοι οργανισμοί.

 

Any organism that can synthesize all its organic substances from inorganic nutrients, using light or certain inorganic chemicals as a source of energy. Green plants are the principal autotrophs.