Νομοθεσία
Διεργασίες
Πρότυπα
Βέλτιστες Πρακτικές
Χρήσιμες Επαφές
Ορολογία
Συχνές Ερωτήσεις
Ομάδα Εργασίας
Επικοινωνήστε
Συνδέσεις
Πείτε μας την άποψή σας για το Envirohelp.gr
Διαβάστε τους όρους χρήσης και την αποποίηση ευθύνης

Αρχική Σελίδα

Ορολογία- Ν

natural gas

(φυσικό αέριο) Αέριοι υδρογονάνθρακες (κυρίως μεθάνιο) που προέρχονται από υπόγειες προϊστορικές αποθέσεις οργανικής ύλης. Η παραγωγή αυτών των αέριων υδρογονανθράκων μπορεί να συνδέεται με εκείνη του αργού πετρελαίου.

 

Gaseous hydrocarbons (mainly methane) from underground deposits, the production of which may be associated with that of crude petroleum.

natural selection

(φυσική επιλογή) Η διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι φυσικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες τείνουν να θέτουν στο περιθώριο (στην εξαφάνιση) εκείνα τα μέλη ενός πληθυσμού που είναι λιγότερο προσαρμοσμένα στο περιβάλλον στο οποίο ζουν και έτσι, τείνουν να επιλέγουν εκείνα που είναι καλύτερα προσαρμοσμένα για επιβίωση και αναπαραγωγή.

 

The process whereby the natural factors of environment resistance tend to eliminate those members of a population which are least well adapted to cope with their environment and thus, in effect tend to select those best adapted for survival and reproduction.

nitric acid

(νιτρικό οξύ, HNO3) Ένα άχρωμο ή κιτρινωπό ατμίζον υγρό. Είναι εξαιρετικά διαβρωτικό και οι αναθυμιάσεις του είναι επιβλαβείς. Το νιτρικό οξύ και τα νιτρικά άλατα (κυρίως το νιτρικό αμμώνιο) βρίσκονται στην ατμόσφαιρα με τη μορφή αερολυμάτων: το νιτρικό οξύ σχηματίζεται από οξείδια του αζώτου. Αντιδρά έπειτα με την αμμωνία οπότε σχηματίζεται το νιτρικό αμμώνιο.

 

Α colourless or yellowish fuming liquid. It is highly corrosive and the vapour is very hazardous. Nitric acid and nitrates (mainly ammonium nitrate) occur in the atmosphere in the form of aerosols: the acid is formed from oxides of nitrogen and then reacts with ammonia to form ammonium nitrate.

nitrogen dioxide

(διοξείδιο του αζώτου, ΝΟ2)

nitrogen oxides

(οξείδια του αζώτου, NΟx)

nonconsumptive use

(ανακτήσιμη χρήση) Χρήση νερού για τέτοιους σκοπούς όπως το πλύσιμο και το ξέβγαλμα των ρούχων, στην οποία το νερό, αν και ρυπασμένο, παραμένει διαθέσιμο για περαιτέρω χρήσεις. Με κατάλληλο καθαρισμό, αυτά τα απόνερα μπορούν να ανακυκλώνονται απεριόριστα.

 

Use of water for such purposes as washing and rinsing, wherein the water, albeit polluted, remains available for further uses. With suitable purification, such water may be recycled indefinitely.

nonpoint sources

(μη σημειακές πηγές) Πηγές ρύπανσης όπως η γενική απορροή ιζημάτων, λιπασμάτων, παρασιτοκτόνων και άλλων υλικών από αγροκτήματα και αστικές περιοχές, σε αντίθεση με τις σημειακές πηγές ρύπανσης όπως οι βιομηχανίες. Ονομάζονται και διάχυτες πηγές (diffuse sources), σε αντίθεση με τις σημειακές πηγές (point sources).

 

Sources of pollution such as the general runoff of sediments, fertilizer, pesticides, and other materials from farms and urban areas, as opposed to specific points of discharge such as factories. Also called diffuse sources. (Contrast point sources)

nutrient

(θρεπτικό συστατικό) Για ένα ζώο: Ουσία όπως πρωτεΐνη κλπ., που απαιτείται για την ανάπτυξη, συντήρηση και άμυνα του οργανισμού καθώς και ουσία που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας. Για ένα φυτό: Ένα απαραίτητο θρεπτικό στοιχείο που βρίσκεται σε ένα ιόν ή σε ένα μόριο, το οποίο μπορεί να απορροφηθεί και να χρησιμοποιηθεί από το φυτό, π.χ. άζωτο, κάλιο, φώσφορος.

 

Animal: Material such as protein etc, required for growth, maintenance and repair of the body and material required for energy. Plant: An essential element in a particular ion or molecule that can be absorbed and used by the plant, e.g. carbon, hydrogen, nitrogen.

nutrient-holding capacity

(συνήθως εκφράζεται με τον όρο Cation Exchange Capacity (CEC) -Ικανότητα συγκράτησης και ανταλλαγής κατιόντων) Είναι η ικανότητα του εδάφους να δεσμεύει κυρίως κατιόντα (π.χ. Ca+2, K+, H+) από το εδαφικό διάλυμα ενάντια στην τάση που έχουν τα ιόντα να αποπλένονται από το έδαφος. Έτσι αυτά τα κατιόντα (θρεπτικά στοιχεία) συγκρατούνται στο έδαφος και είναι διαθέσιμα στα φυτά, τα οποία μπορούν να τα απορροφήσουν (ενεργητικά ή παθητικά) μέσω των ριζών τους. Τα τμήματα εκείνα του εδάφους που είναι υπεύθυνα για την συγκράτηση των κατιόντων του εδαφικού διαλύματος είναι η άργιλος (clay) και ο χούμος (humus) του εδάφους. Αυτά έχουν πολύ μεγάλη ειδική επιφάνεια και περίσσεια αρνητικών φορτίων με συνέπεια να δεσμεύουν κατιόντα. Ωστόσο το έδαφος μπορεί να συγκρατεί και ανιόντα, αλλά σε μικρότερο βαθμό.

 

The capacity of a soil to bind and hold nutrients (fertilizer) against their tendency to be leached from the soil.