Νομοθεσία
Διεργασίες
Πρότυπα
Βέλτιστες Πρακτικές
Χρήσιμες Επαφές
Ορολογία
Συχνές Ερωτήσεις
Ομάδα Εργασίας
Επικοινωνήστε
Συνδέσεις
Πείτε μας την άποψή σας για το Envirohelp.gr
Διαβάστε τους όρους χρήσης και την αποποίηση ευθύνης

Αρχική Σελίδα

Ορολογία- S

salinization

(αλάτωση ή αλμύρωση του εδάφους) Η διαδικασία με την οποία το έδαφος συσσωρεύει όλο και περισσότερα διαλυτά άλατα έως ότου, τελικά, να παρεμποδίζεται η ανάπτυξη των φυτών. Η αύξηση της αλατότητας των εδαφών προκαλείται από την άρδευση καθώς τα άλατα που περιέχονται στο νερό αποθέτονται στην επιφάνεια του εδάφους λόγω της εξάτμισης του νερού.

 

The process whereby soil becomes saltier and saltier until, finally, the salt prevents the growth of plants. Salinization is caused by irrigation, because salts brought in with the water remain in the soil as the water evaporates.

saltwater encroachment

Βλέπε saltwater intrusion

saltwater intrusion

(διείσδυση θαλασσινού νερού) Το φαινόμενο της διάχυσης του θαλασσινού νερού σε υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες ή σε εκβολές ποταμών. Μια τέτοια διείσδυση συμβαίνει όταν ο άνθρωπος εκτρέπει τη φυσιολογική ροή του γλυκού νερού (π.χ. εκτροπή ποταμών) ή αποκόπτει την τελευταία (π.χ. με άντληση υπόγειων νερών από γεωτρήσεις) για να χρησιμοποιήσει το νερό για άρδευση, ύδρευση, κλπ.

 

The phenomenon of seawater’s moving back into aquifers or estuaries. Such intrusion occurs when the normal outflow of freshwater is diverted or removed for use.

sand

(άμμος) Ανόργανα ορυκτά τεμαχίδια του εδάφους με διάμετρο από 0.2 έως 2.0 mm.

 

Mineral particles 0.2 to 2.0 mm in diameter.

SAV

Βλέπε submerged aquatic vegetation

savanna

(σαβάνα) Ένας τύπος λειμώνα (grassland) τυπικού των υποτροπικών περιοχών, ιδιαίτερα στην Αφρική, συνήθως με αραιή δενδρώδη βλάστηση, στην οποία εναλλάσσονται υγρές και ξηρές εποχές. Χαρακτηριστικό της σαβάνας είναι οι συχνές πυρκαγιές και η πληθώρα μεγάλων χορτοφάγων ή φυλλοφάγων θηλαστικών.

 

A type of grassland typical of subtropical regions, particularly in Africa, usually dotted with trees and supported by wet and dry seasons and frequent natural fires.

secondary consumer

(καταναλωτής 2ης τάξης) Ένας οργανισμός όπως μια αλεπού ή ένα κογιότ που τρώσει σχεδόν αποκλειστικά άλλα ζώα, τα οποία είναι φυτοφάγα.

 

Αn organism such as a fox or coyote that feeds more or less exclusively on other animals that feed on plants.

secondary treatment

(δευτεροβάθμια επεξεργασία) Ονομάζεται και βιολογική επεξεργασία. Είναι το στάδιο που ακολουθεί την πρωτοβάθμια επεξεργασία (primary treatment) των αστικών λυμάτων. Ονομάζεται οποιοδήποτε από μια ποικιλία συστημάτων κατά την οποία αφαιρείται το μεγαλύτερο μέρος της εναπομένουσας (κυρίως διαλυμένης) οργανικής ύλης των υγρών αποβλήτων μέσω της μετατροπής της σε μικροβιακή βιομάζα. Δηλαδή αναπτύσσονται μικροοργανισμοί που έχουν εγκλιματιστεί στο είδος αυτό του υγρού αποβλήτου και τρέφονται με τη διαλυτή οργανική ύλη του αποβλήτου. Έτσι η διαλυτή οργανική ύλη μετατρέπεται σε βιομάζα των μικροοργανισμών και σε ενέργεια που απελευθερώνεται κατά τον μεταβολισμό της πρώτης από τους μικροοργανισμούς. Στη συνέχεια η μικροοργανισμοί κατακάθονται (σε δεξαμενή καθίζησης) με την επίδραση της βαρύτητας, οπότε τα λύματα που έχουν υποστεί δευτεροβάθμια επεξεργασία είναι απαλλαγμένα από το μεγαλύτερο μέρος της οργανικής ύλης.

 

Also called biological treatment. A sewage-treatment process that follows primary treatment. Any of a variety of systems that remove most of the remaining organic matter by enabling organisms to feed on it and oxidize it through their respiration.

sediment

(ίζημα) υλικό (συγκεκριμένα άμμος, πηλός και άργιλος), το οποίο προέρχεται από οποιαδήποτε πηγή - πετρώματος, οργανικής ή ηφαιστειογενούς ύλης - και μεταφέρεται μέσω του νερού από τον τόπο προέλευσής του μέχρι τον τόπο εναπόθεσής του. Στα υδατορρεύματα το προσχωματικό υλικό είναι αλλουβιακής προέλευσης, μεταφερόμενο είτε σε αιώρηση, είτε ως συρόμενο υλικό του πυθμένα.

 

Soil particles - namely, sand, silt, and clay - carried by flowing water. The same material after it has been deposited. Because of different rates of settling, deposits generally are pure sand, pure soil, or pure clay.

seep

(περιοχή εκροής υπόγειων υδάτων) Μια έκταση όπου υπόγεια ύδατα διασταλάζουν (διαρρέουν) από το έδαφος. Σε αντίθεση με μια πηγή, η οποία είναι ένα μοναδικό σημείο της γης απ’ όπου αναβλύζει υπόγειο νερό.

 

An area where groundwater seeps from the ground. Contrast with a spring, which is a single point from which groundwater exits.

sewage

(αστικά λύματα) Ρυπασμένο νερό από τα νοικοκυριά, τη βιομηχανία, τα γραφεία (υπηρεσίες), κλπ.

 

Polluted water from households, industry, service plants, etc.

sheet erosion

(επιφανειακή διάβρωση) Η απώλεια μιας λίγο-πολύ ομαλής στρώσης εδάφους από την επιφάνεια της γης εξαιτίας της επίδρασης της βροχής και της απορροής από μια καταιγίδα.

 

The loss of a more or less even layer of soil from the land surface due to the impact of rain and runoff from a rainstorm.

silt

(πηλός, ιλύς) Τεμαχίδια του εδάφους διαστάσεων μικρότερων των αντίστοιχων τεμαχίδιων της άμμου και μεγαλύτερων των αντίστοιχων τεμαχίδιων της αργίλου. Συγκεκριμένα, είναι ανόργανα τεμαχίδια του εδάφους με διάμετρο από 0.002 έως 0.2 mm.

 

Soil particles between the size of sand particles and clay particles, namely, particles 0.002 to 0.2 mm in diameter.

smog

(καπνομίχλη ή αιθαλομίχλη) Σύνθετη λέξη που προέρχεται από τον συνδυασμό των λέξεων καπνός (αιθάλη) και ομίχλη. Πρόκειται για μια συσσώρευση αέριων ρύπων που πραγματοποιείται κάτω από ιδιαίτερες μετεωρολογικές συνθήκες, γενικά φωτοχημικής προέλευσης.

 

Hybrid word derived from smoke and fog. A concentration of air pollutants occurring under particular meteorological conditions, generally of photo-chemical origin.

soil

(έδαφος) Ένα δυναμικό χερσαίο σύστημα που αποτελείται από τρία συστατικά μέρη: ανόργανα ορυκτά, νεκρή οργανική ύλη και οργανισμούς του εδάφους που τρέφονται με την νεκρή οργανική ύλη.

 

A dynamic terrestrial system involving three components: mineral particles, detritus, and soil organisms feeding on the detritus.

soil degradation

(υποβάθμιση του εδάφους) Η μεταβολή των φυσικοχημικών και βιολογικών ιδιοτήτων του εδάφους που προκαλούν αρνητικές επιδράσεις σε μία ή περισσότερες λειτουργίες του εδάφους, στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον? μείωση της περιεκτικότητας σε ανταλλάξιμες βάσεις και καταστροφή των εδαφικών συσσωματωμάτων της αργίλου εξαιτίας της απόπλυσης του εδαφικού υλικού.

 

The alteration of soil properties which cause negative effects on one or more soil functions, human health or the environment; decrease in content of exchangeable bases and destruction of layer silicate clay due to leaching.

soil erosion

(διάβρωση του εδάφους) Η απώλεια εδάφους που προκαλείται από τη μεταφορά των τεμαχιδίων του εδάφους μέσω της δράσης του αέρα και του νερού.

 

The loss of soil caused by particles’ being carried away by wind or water.

soil fertility

(γονιμότητα του εδάφους) Η ικανότητα του εδάφους να υποστηρίζει την υγιή ανάπτυξη των φυτών? συχνά αναφέρεται στην παρουσία κατάλληλων ποσοτήτων θρεπτικών στο έδαφος. Στη γονιμότητα του εδάφους υπεισέρχεται και η ικανότητα του τελευταίου να καλύπτει όλες τις υπόλοιπες ανάγκες των φυτών.

 

Soil’s ability to support plant growth; often refers specifically to the presence of proper amounts of nutrients. The soil’s ability to fulfill all the other needs of plants is also involved.

soil horizons

(εδαφικοί ορίζοντες) Διακριτές στρώσεις που φαίνονται σε μια εδαφοτομή, οι οποίες αποδίδονται σε διαφορετικές ιδιότητες του εδάφους. Προκύπτουν από φυσικές διεργασίες κατά τους μηχανισμούς της εδαφογένεσης (δημιουργίας του εδάφους).  

 

Distinct layers within a soil that convey different properties to the soil and that derive from natural processes of soil formation.

soil profile

(εδαφοτομή ή εδαφοκατατομή) Μια περιγραφή των διαφορετικών φυσικά σχηματισμένων στρώσεων του εδάφους, οι οποίες ονομάζονται εδαφικοί ορίζοντες, όπως φαίνονται σε μια τομή του εδάφους.

 

A description of the different naturally formed layers, called horizons, within a soil.

soil structure

(δομή του εδάφους) Η σύνθεση του εδάφους αναφορικά με τα ανόργανα τεμαχίδια (άμμο, ιλύ και άργιλο) που ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας συμπαγείς μάζες και συσσωματώματα, αφήνοντας γενικά  σημαντικό ποσοστό κενών (πόρων) μεταξύ τους (βλέπε porosity-πορώδες). Η δομή του εδάφους επηρεάζει την ταχύτητα διήθησης του νερού και τον αερισμό. Επίσης, η δομή του εδάφους εξελίσσεται διαρκώς καθώς οργανισμοί τρέφονται με οργανική ύλη που βρίσκεται πάνω στην επιφάνεια του εδάφους και μέσα στο έδαφος.

 

The composition of soil in terms of particles (sand, silt, and clay) stuck together to form clumps and aggregates, generally with considerable air species in between. Soil structure affects infiltration and aeration and develops as organisms feed on organic matter in and on the soil.

soil texture

(υφή του εδάφους) Το σχετικό μέγεθος (κοκκομετρία) των ανόργανων τεμαχιδίων του εδάφους που συγκροτούν το έδαφος. Γενικά ορίζεται ως η επί% περιεκτικότητα του εδάφους σε άμμο, ιλύ και άργιλο.

 

The relative size of the mineral particles that make up the soil. Generally defined in terms of the soil’s sand, silt, and clay content.

solar radiation

(ηλιακή ακτινοβολία) Η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται από τον ήλιο. Όλη σχεδόν η ηλιακή ενέργεια τυχαίνει να προέρχεται από ηλεκτρομαγνητικά κύματα με μήκη μικρότερα από 4.0 μm και συχνά αναφέρεται σαν ακτινοβολία μικρού μήκους κύματος (short-wave radiation).

 

Radiation emitted by the sun. Approximately all of the incident solar energy is at wavelengths less than 4.0 um and is often termed short-wave radiation.

solid waste management

(διαχείριση στερεών αποβλήτων) Σκόπιμος και συστηματικός έλεγχος της παραγωγής, προσωρινής αποθήκευσης, συλλογής, μεταφοράς, διαλογής, επεξεργασίας, ανακύκλωσης, ανάκτησης και διάθεσης στερεών αποβλήτων.

 

Purposeful, systematic control of the generation, storage, collection, transport, separation, processing, recycling, recovery and disposal of solid wastes.

solvent

(διαλύτης) Ένα υγρό ικανό να διαλύει άλλες ουσίες. Το νερό είναι ο πιο κοινός διαλύτης, γι’ αυτό ονομάζεται και παγκόσμιος διαλύτης.

 

A substance capable of dissolving other substances.

soot

(αιθάλη, καπνιά) Σωματίδια άμορφου άνθρακα σε πολύ λεπτό διαμερισμό που προκύπτουν από την ατελή καύση της οργανικής ύλης.

 

Fine-grained particulate amorphous carbon occurring as the result of incomplete combustion.

sorghum

(σόργο) Ένα είδος δημητριακού (Sorghum bicolor) του Παλαιού Κόσμου, του οποίου αρκετές ποικιλίες καλλιεργούνται ευρύτατα για τους καρπούς τους και για χορτονομή. Επίσης καλλιεργείται και για την παραγωγή ενός είδους σιροπιού.

 

An Old World grass (Sorghum bicolor), several varieties of which are widely cultivated as grain and forage or as a source of syrup.

speciation

(ειδογένεση) Η εξελικτική διαδικασία κατά την οποία πληθυσμοί ενός είδους απομονώνονται γεωγραφικά και, λόγω του ότι το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν είναι διαφορετικό (επίδραση διαφορετικών δυνάμεων της φυσικής επιλογής), αναπτύσσουν διαφορές με την πάροδο του χρόνου ώστε μπορεί να εξελιχθούν σε διαφορετικά είδη.

 

The evolutionary process whereby populations of a single species separate and, through being exposed to different forces of natural selection, gradually develop into distinct species.

species

(είδος) Σήμερα ορίζουμε ως είδος ένα σύνολο από άτομα (φυτά, ζώα ή μικρόβια) που ζουν στη φύση και έχουν περίπου την ίδια κατασκευή, μέγεθος, χρώμα, συμπεριφορά, βιότοπο κλπ., τα οποία διασταυρώνονται ή μπορούν να διασταυρωθούν μεταξύ τους και παράγουν γόνιμους απογόνους. Φυσικές και χημικές διαφορές ή διαφορές στη συμπεριφορά δεν επιτρέπουν την αναπαραγωγή με μέλη άλλων ανάλογων ομάδων (ειδών).

 

All the organisms (plant, animal, or microbe) of a single kind. The “single kind” is determined by similarity of appearance or by the fact that members do or can mate and produce fertile offspring. Physical, chemical, or behavioral differences block breeding between species.

sperm

(σπέρμα) Για τον άνθρωπο: το υγρό γονιμοποίησης του άνδρα? περιέχει σπερματοζωάρια τα οποία θα γονιμοποιήσουν το ωάριο που παράγεται στην ωοθήκη της γυναίκας.

 

The fecundating fluid of the male.

splash erosion

(ομβρική κινητική διάβρωση) Η απόσπαση και εκτίναξη των τεμαχιδίων του εδάφους που προκαλείται με την πρόσκρουση των σταγόνων της βροχής πάνω στα συσσωματώματα του εδάφους. Τα τεμαχίδια που αποσπάστηκαν μπορεί να παραμένουν στα σημεία που εκτινάχθηκαν (οπότε προκαλείται συμπίεση του εδάφους) ή να παρασυρθούν από το επιφανειακά κινούμενο νερό.

 

The compaction of soil that results when rainfall hits bare soil.

springs

(πηγές) Σημεία της επιφάνειας της γης απ’ όπου αναβλύζει υπόγειο νερό.

Natural exists of groundwater to the surface.

spruce

(ερυθρελάτη) Οποιοδήποτε κωνοφόρο δέντρο του γένους Picea, με πυκνό φύλλωμα και χαρακτηριστικό κωνικό σχήμα.

 

Any coniferous tree of the genus Picea, with dense foliage growing in a distinctive conical shape.

steppe

(στέπα) βλέπε grassland

stratosphere

(στρατόσφαιρα) Το στρώμα της ατμόσφαιρας μεταξύ 10 και 40 μιλίων πάνω από την επιφάνεια της γης που περιέχει το φίλτρο του όζοντος (ozone shield). Αυτό το στρώμα αναμιγνύεται με αργό ρυθμό? αέριοι ρύποι που εισέρχονται σ’ αυτό το στρώμα παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. (βλέπε troposphere- τροπόσφαιρα)

 

The layer of Earth’s atmosphere between 10 and 40 miles above the surface that contains the ozone shield. This layer mixes only slowly; pollutants that enter it may remain for long periods of time. (See troposphere)

stratospheric ozone depletion

(μείωση της συγκέντρωσης του όζοντος στην στρατόσφαιρα) Ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά πάνω από την Ανταρκτική, μια περιοχή της στρατόσφαιρας που έχει υποστεί σοβαρή μείωση των φυσιολογικών επιπέδων συγκέντρωσης όζοντος, στη διάρκεια της άνοιξης στην Ανταρκτική. Η εξάντληση αυτή του όζοντος της στρατόσφαιρας οφείλεται στους χλωροφθοράνθρακες (CFCs), πτητικές οργανικές ενώσεις που περιέχουν χλώριο και οι οποίοι προέρχονται από ανθρωπογενείς πηγές.

 

First discovered over the Antarctic, a region of stratospheric air that is severely depleted of its normal levels of ozone during the Antarctic spring because of CFCs from anthropogenic (human-made) sources.

stratospheric ozone layer

(στρατοσφαιρικό στρώμα του όζοντος) Το στρώμα του αερίου όζον (O3) που βρίσκεται στην ανώτερη ατμόσφαιρα (στρατόσφαιρα) το οποίο φιλτράρει την επιβλαβή υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Έτσι η υπεριώδης ακτινοβολία του ήλιου που φθάνει στην επιφάνεια της γης είναι ελάχιστη καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής κατακρατήθηκε από το στρώμα του όζοντος της στρατόσφαιρας.

 

The layer of ozone gas in the upper atmosphere (stratosphere) that screens out harmful ultraviolet radiation from the sun.

submerged aquatic vegetation (SAV)

(βενθική βλάστηση) Φυτά υδατικών οικοσυστημάτων που είναι ριζωμένα στο ίζημα του πυθμένα και αναπτύσσονται κάτω από την επιφάνεια του νερού. Για τη φωτοσύνθεση, η βενθική βλάστηση εξαρτάται από το φως του ήλιου που διαπερνάει το νερό. (βλέπε benthic plants - βενθικά φυτά)

 

Aquatic plants rooted in bottom sediments and growing under water. Submerged aquatic vegetation depends on the penetration of light through the water for photosynthesis.

subsoil

(υπέδαφος) Σε μια φυσιολογική κατάσταση, είναι το έδαφος που βρίσκεται κάτω από τον επιφανειακό εδαφικό ορίζοντα (topsoil). Σε αντίθεση με τον τελευταίο, το υπέδαφος είναι περισσότερο συμπιεσμένο και έχει μικρή ή μηδενική περιεκτικότητα σε χούμο ή σε άλλη οργανική ύλη, ζωντανή ή νεκρή. Σε πολλές περιοχές, ο επιφανειακός εδαφικός ορίζοντας έχει χαθεί ή έχει καταστραφεί σαν αποτέλεσμα της διάβρωσης ή της οικονομικής ανάπτυξης, οπότε το υπέδαφος βρίσκεται στην επιφάνεια.

 

In a natural situation, the soil beneath topsoil. In contrast to topsoil, subsoil is compacted and has little or no humus or other organic material, living or dead. In many areas, topsoil has been lost or destroyed as a result of erosion or development, and subsoil is at the surface.

subsystem

(υποσύστημα) Μια σειρά ή μια ομάδα στοιχείων ενός συστήματος που εκτελούν μια λειτουργία μέσα στο σύστημα και τα οποία (τα στοιχεία αυτά) μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα σύστημα από μόνα τους.

 

A series or group of elements of a system which perform an operational function within the system and which may be looked at as a system by themselves.

sulfur dioxide

(διοξείδιο του θείου, SO2) Ένας σημαντικός αέριος ρύπος και τοξικό αέριο που σχηματίζεται κατά την καύση ενώσεων που περιέχουν θείο. Οι κύριες πηγές του αερίου είναι η καύση του γαιάνθρακα (σε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν γαιάνθρακα), ο οποίος περιέχει θείο, καθώς επίσης και από βιομηχανίες που επεξεργάζονται μεταλλεύματα (στους κλιβάνους), τα οποία περιέχουν θείο.

 

A major air pollutant and toxic gas formed as a result of burning sulfur. The major sources are burning coal (in coal-burning power plants) that contains some sulfur and refining metal ores (in smelters) that contain sulfur.

sulfuric acid

(θειικό οξύ, H2SO4) Το κύριο συστατικό των όξινων ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων. Σχηματίζεται κατά την αντίδραση του αερίου διοξειδίου του θείου με τους υδρατμούς της ατμόσφαιρας (βλέπε sulfur dioxide)

 

The major constituent of acid precipitation. Formed when sulfur dioxide emissions react with water vapor in the atmosphere. (See sulfur dioxide)

sulfurous compounds

(θειούχες ενώσεις)

surface water

(επιφανειακά ύδατα) Όλες οι υδάτινες μάζες, λίμνες, ποτάμια, έλη, κλπ. που βρίσκονται στην επιφάνεια της γης. Σε αντίθεση με τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της γης.

 

All bodies of water, lakes, rivers, ponds, and so on that are on Earth’s surface. Contrast with groundwater, which lies below the surface.

sustainability

(βιωσιμότητα, αειφορία) Ιδιότητα όπου μια διαδικασία μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές χωρίς να εξαντλεί τους ενεργειακούς ή υλικούς φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται. 

 

Property whereby a process can be continued indefinitely, without depleting the energy or material resources on which it depends. As one of the unifying themes of the text, sustainability is the natural world should be working.

sustainable development

(βιώσιμη ή αειφόρος ή συντηρούμενη ανάπτυξη) Ανάπτυξη που αποσκοπεί στην εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων και ιδιαίτερα της φτώχειας. Είναι η ανάπτυξη που παρέχει στους ανθρώπους μια καλύτερη ποιότητα ζωής χωρίς να καταστρέφει ή να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους ή να προκαλεί περιβαλλοντικές επιπτώσεις που υπονομεύουν την δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες.

 

Development that provides people with a better life without sacrificing or depleting resources or causing environmental impacts that will undercut the ability of future generations to meet their needs.