Νομοθεσία
Διεργασίες
Πρότυπα
Βέλτιστες Πρακτικές
Χρήσιμες Επαφές
Ορολογία
Συχνές Ερωτήσεις
Ομάδα Εργασίας
Επικοινωνήστε
Συνδέσεις
Πείτε μας την άποψή σας για το Envirohelp.gr
Διαβάστε τους όρους χρήσης και την αποποίηση ευθύνης

Αρχική Σελίδα

Ορολογία- W

wastewater

(υγρά απόβλητα) Υγρά απόβλητα τα οποία παροχετεύονται σε σωληνώσεις, αυλάκια, κλπ.

 

A water, usually polluted, which is drained off by pies, ditch, etc.

water cycle

(υδρολογικός κύκλος) Βλέπε hydrologic cycle.

water table

(υδροφόρος ορίζοντας) Η ανώτερη επιφάνεια των υπογείων υδάτων, η έχει διακυμάνσεις (ανέρχεται ή κατέρχεται) ανάλογα με την ποσότητα του υπόγειου νερού.

 

The upper surface of groundwater, rising and falling with the amount of groundwater.

water vapor

(υδρατμοί) Μόρια νερού σε αέρια κατάσταση (φάση).

 

Water molecules in the gaseous state.

water-holding capacity

(υδατοϊκανότητα ή αγροϊκανότητα) Η ικανότητα ενός εδάφους να συγκρατεί νερό έτσι ώστε αυτό να είναι διαθέσιμο στα φυτά.

 

The ability of a soil to hold water so that it will be available to plants.

waterlogging

(κορεσμός του εδάφους με νερό) Ο πλήρης κορεσμός του εδάφους με νερό. Ο κορεσμός του εδάφους με νερό για μεγάλο χρονικό διάστημα έχει σαν συνέπεια την σήψη των ριζών των φυτών καθώς δεν κυκλοφορεί αρκετός αέρας (περιορισμένο διαθέσιμο οξυγόνο) στη ριζόσφαιρα, οπότε τα κύτταρα των ριζών πεθαίνουν. Κάποια είδη φυτών, π.χ. η καλαμιά, μπορούν και ζουν σε εδάφη μονίμως καλυπτόμενα με νερό καθώς έχουν αναπτύξει μηχανισμούς μεταφοράς του αέρα της ατμόσφαιρας στις ρίζες τους.

 

The total saturation of soil with water. Waterlogging results in plant roots’ not being able to get air and dying as a result.

watershed

(λεκάνη απορροής) Η συνολική έκταση γης στην οποία τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα που πέφτουν σε αυτήν καταλήγουν άμεσα ή έμμεσα σε έναν συγκεκριμένο χείμαρρο ή ποταμό. Η λεκάνη απορροής παίρνει συνήθως το όνομα του χειμάρρου ή του ποταμού τον οποίο τροφοδοτεί.

 

The total land area that drains directly or indirectly into a particular stream or river. The watershed is generally named from the stream or river into which it drains.

wavelength

(μήκος κύματος) Η απόσταση κατά την κατεύθυνση διάδοσης ενός αρμονικού κύματος μεταξύ δύο διαδοχικών σημείων που βρίσκονται στην ίδια φάση, την ίδια χρονική στιγμή.

 

Τhe distance in the direction of propagation of a periodic wave between two successive points at which the phase is the same, at the same time.

weather

(καιρός) Οι ημερήσιες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, της ατμοσφαιρικής πίεσης, του ανέμου, της υγρασίας και των κατακρημνίσεων, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, οι οποίες εκδηλώνονται με τη μεσολάβηση της ατμόσφαιρας.

 

The day-to-day variations in temperature, air pressure, wind, humidity and precipitation mediated by the atmosphere in a given region.

wetlands

(υγροβιότοποι) Περιοχές που είναι μονίμως υγρές και οι οποίες είναι πλημμυρισμένες λίγο-πολύ σε μόνιμη βάση.

 

Areas that are constantly wet and are flooded at more or less regular.

wind farms

(αιολικό πάρκο) Παρατάξεις ενός πλήθους ανεμογεννητριών, μετρίου μεγέθους, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

 

Arrays of numerous, modestly sized wind turbines for the purpose of producing electrical power.

windmill

(ανεμόμυλος) Σύστημα παραγωγής ενέργειας που μετατρέπει άμεσα σε μηχανική ενέργεια τη δράση του ανέμου καθώς ο τελευταίος προσκρούει στα πτερύγια μιας προπέλας ή ενός ρότορα. Ακόμα και σήμερα, σε πολλές αγροτικές περιοχές του κόσμου χρησιμοποιούνται ανεμόμυλοι στους οποίους αλέθεται ο καρπός δημητριακών και παράγεται αλεύρι. Αντίστοιχα υπάρχουν και υδρόμυλοι που μετατρέπουν την κινητική ενέργεια του νερού σε μηχανική ενέργεια.

 

Power unit which directly converts into mechanical energy the action of the wind on the blades of a propeller or rotor.

World Bank

(Παγκόσμια Τράπεζα) Ένα παρακλάδι του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) που λειτουργεί σαν αρωγός για τον χειρισμό δανείων που δίνονται στα αναπτυσσόμενα κράτη.

 

A branch of the United Nations that acts as a conduit for handling loans to developing countries.

World Summit in Sustainable Development

Βλέπε WSSD

WSSD

(World Summit in Sustainable Development): (Παγκόσμια Συνδιάσκεψη Κορυφής για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη) Η Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών που πραγματοποιήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002 για να εστιάσει την παγκόσμια προσοχή και να δώσει τις κατευθύνσεις για δράσεις ώστε να αντιμετωπιστούν δύσκολες προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένου της βελτίωσης της ποιότητας ζωής των φτωχών ανθρώπων και της προστασίας των φυσικών πόρων.

 

United Nations summit held in Johannesburg in 2002 to focus the world's attention and direct action toward meeting difficult challenges, including improving people's lives and conserving natural resources.