Νομοθεσία
Διεργασίες
Πρότυπα
Βέλτιστες Πρακτικές
Χρήσιμες Επαφές
Ορολογία
Συχνές Ερωτήσεις
Ομάδα Εργασίας
Επικοινωνήστε
Συνδέσεις
Πείτε μας την άποψή σας για το Envirohelp.gr
Διαβάστε τους όρους χρήσης και την αποποίηση ευθύνης

Αρχική Σελίδα

Ορολογία- R

radiation

(ακτινοβολία) Εκπομπή ή διάδοση ενέργειας με τη μορφή κυμάτων ή σωματιδίων. Όταν αναφέρεται χωρίς άλλο προσδιορισμό, ο όρος συνήθως δηλώνει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ανάλογα με τη συχνότητα της πηγής, όπως υπεριώδης ακτινοβολία, ακτίνες Χ, ή σωματική ακτινοβολία, ανάλογα με τα σωματίδια ή την προέλευση, όπως ακτινοβολία α, ακτινοβολία β (ηλεκτρόνια).

 

Emission or propagation of energy in the form of waves or particles; When unqualified, the term usually refers to electromagnetic radiation according to frequency of origin, such as ultra-violet radiation, x-radiation, or to corpuscular radiation according to particles or origin, such as alpha radiation.

raw sewage

(ανεπεξέργαστα λύματα) Αστικά λύματα που δεν έχουν υποστεί καμιά μορφή επεξεργασίας.

 

Non-treated municipal wastewater.

raw sludge

(ανεπεξέργαστη ή ακατέργαστη ιλύς) Η ανεπεξέργαστη οργανική ύλη (λάσπη) που αφαιρείται από τα λύματα κατά την πρωτοβάθμια καθίζηση (βλέπε primary treatment). H ανεπεξέργαστη ιλύς αποτελείται από οργανικά μόρια προερχόμενα από κόπρανα, σκουπίδια, χαρτιά και βακτήρια.

 

The untreated organic matter that is removed from sewage water by letting it settle. Raw sludge consists of organic particles from feces, garbage, paper, and bacteria.

relative humidity

(σχετική υγρασία) Η επί % αναλογία της ποσότητας νερού σε μορφή υδρατμών που υπάρχει σε έναν μοναδιαίο όγκο αέρα σε σύγκριση με την αντίστοιχη μέγιστη ποσότητα υδρατμών που μπορεί δυνητικά να συγκρατήσει ο ίδιος όγκος αέρα στην ίδια θερμοκρασία.

 

The percentage of moisture in the air, compared with how much the air can hold at the given temperature.

renewable energy resources

(ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) Πηγές ενέργειας που είναι ουσιαστικά ανεξάντλητες σε διάρκεια, αλλά γενικά έχουν μικρή ισχύ (ποσότητα ενέργειας ανά μονάδα χρόνου). Κάποιες μορφές ενέργειας μπορεί να έχουν περιορισμένα αποθέματα, αλλά στη χρονική κλίμακα δεκαετιών, ίσως και εκατονταετιών, είναι πιθανό να ανανεώνονται.

 

Energy resources that are virtually inexhaustible in duration but limited in the amount of energy that is available per unit of time. Some may be stock limited, but on a time scale of decades or perhaps centuries, they can probably be replenished.

reserves

(αποθέματα) Η ποσότητες μια πηγής ορυκτών πόρων (συμπεριλαμβανομένου των ορυκτών καυσίμων) στη γη που μπορούν να εξορυχτούν χρησιμοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία και εξασφαλίζοντας οικονομικό κέρδος. Συνήθως αναφέρονται σαν αποδεδειγμένα αποθέματα - εκείνα που έχουν εντοπιστεί και είναι σίγουρο ότι υπάρχουν - και σαν εκτιμώμενα αποθέματα - εκείνα που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί, αλλά εικάζεται ότι υπάρχουν.

 

The amount of a mineral resource (including fossil fuels)in Earth that can be exploited using current technologies and at current prices. Usually given as proven reserves - those which have been positively identified - and estimated reserves - those which have not yet been discovered, but are presumed to exist.

reservoir

(ταμιευτήρας, δεξαμενή) 1. μεγάλη ποσότητα νερού που σχηματίζεται όταν σφραγιστεί το στόμιο μιας κοιλάδας. Το νερό αυτό χρησιμοποιείται για την αποθήκευση του νερού καθώς και για τον έλεγχο της ροής του νερού ώστε να τροφοδοτούνται αρδευτικά κανάλια ή να παράγεται υδροηλεκτρική ενέργεια. 2. μια τεχνητή λίμνη, λεκάνη ή δεξαμενή στην οποία μπορεί να αποθηκευτεί μια μεγάλη ποσότητα νερού.

 

A large quantity of water which is formed when closing off the mouth of a valley, and which is used to store and regulate the flow of water to feed channels, to irrigate or to feed the intakes of hydroelectric plants, b. an artificial lake, basin or tank in which a large quantity of water can be stored.

resilience

(σταθερότητα, ισορροπία) Η τάση των οικοσυστημάτων να αποκαθιστούν την ισορροπία τους έπειτα από μια διαταραχή δια μέσου ενός αριθμού διεργασιών που είναι γνωστοί σαν μηχανισμοί αυτορρύθμισης (π.χ. οικολογική διαδοχή μετά από μια πυρκαγιά).

 

The tendency of ecosystems to recover from disturbances through a number of processes known as resilience mechanisms (e.g., succession after a fire).

runoff

(απορροή) Το τμήμα του νερού της βροχής που κυλάει επιφανειακά στο έδαφος σε αντίθεση με το τμήμα εκείνο του νερού που απορροφάται από το έδαφος.

 

The portion of precipitation that runs off the surface, as opposed to soaking into the ground.