Νομοθεσία
Διεργασίες
Πρότυπα
Βέλτιστες Πρακτικές
Χρήσιμες Επαφές
Ορολογία
Συχνές Ερωτήσεις
Ομάδα Εργασίας
Επικοινωνήστε
Συνδέσεις
Πείτε μας την άποψή σας για το Envirohelp.gr
Διαβάστε τους όρους χρήσης και την αποποίηση ευθύνης

Αρχική Σελίδα

Ορολογία- Β

bacteria

(βακτήρια) Οποιαδήποτε από τα πολυάριθμα είδη προκαρυωτικών μικροσκοπικών οργανισμών που αποτελούνται από ένα και μόνο κύτταρο και πολλαπλασιάζονται με απλή διαίρεση (μίτωση). Μαζί με τους μύκητες, τα βακτήρια αποτελούν τους αποδομητές των οικοσυστημάτων. Μερικά είδη βακτηρίων είναι παθογόνα. 

 

Any of numerous kinds of prokaryotic microscopic organisms that exist as simple single cells that multiply by simple division. Along with fungi, bacteria constitute the decomposer component of ecosystems. A few species cause disease.

bed load

(προσχωματικό υλικό της κοίτης υδατορρεύματος) Η απόθεση χονδρόκοκκου ιζήματος (κυρίως χονδρής ιλύος και άμμου) που σταδιακά μετακινήθηκε κατά μήκος του πυθμένα της κοίτης ενός ποταμού, περισσότερο λόγω της κίνησης του νερού παρά από το να μεταφέρονταν σε αιώρηση μέσα στο τρεχούμενο νερό.

 

The load of coarse sediment, mostly coarse silt and sand, that gradually moved along the bottom of a riverbed by flowing water rather than being carried in suspension.

benthic plants

(βενθικά φυτά) Φυτά που αναπτύσσονται κάτω από την επιφάνεια του νερού και είναι προσκολλημένα ή ριζωμένα στον πυθμένα της υδάτινης μάζας. Για τη φωτοσύνθεση, αυτά τα φυτά εξαρτώνται από το φως του ήλιου που διαπερνάει το νερό.

 

Plants that grow under water and that are attached to or rooted in the bottom of the body of water. For photosynthesis, these plants depend on light penetrating the water.

Biodiversity

(βιοποικιλότητα) Η ποικιλομορφία των έμβιων όντων που υπάρχει στη φύση ονομάζεται βιοποικιλότητα. Η τελευταία μπορεί να διαιρεθεί στην γενετική ποικιλότητα ανάμεσα στα είδη, την ποικιλότητα των ειδών και την ποικιλότητα των οικοσυστημάτων και των ενδιαιτημάτων. Ωστόσο η βιοποικιλότητα εστιάζεται κυρίως στην ποικιλότητα μεταξύ των ειδών.

 

The diversity of living entities found in the natural world is called biodiversity.Biodiversity can be divided into the genetic diversity within the species, the diversity of the species and the diversity of ecosystems and habitats. However, the main focus of biodiversity, however, is on the diversity of species.

biogeochemical cycleς

(βιογεωχημικοί κύκλοι) Οι κυκλικές διαδρομές των χημικών στοιχείων στην βιόσφαιρα, μέσω βιολογικών, γεωλογικών και χημικών διεργασιών.

 

The circular pathways of chemical elements in the biosphere, through biological, geological and chemical processes.

biological treatment

(βιολογική επεξεργασία) Βλέπε δευτεροβάθμια επεξεργασία (secondary treatment)

biomagnification

(βιομεγέθυνση) Η αύξηση της περιεκτικότητας μιας ουσίας στο σώμα των οργανισμών κατά μήκος μιας τροφικής αλυσίδας (για παράδειγμα, τυπικά 30-100 φορές από την τροφή σε ιστούς και αυγά ψαροφάγων πουλιών, γύρω στις 10 φορές σε χερσαίους οργανισμούς)

 

Bioaccumulation occurring through several levels of a food chain.

biomass

(βιομάζα) Μάζα που προέρχεται από βιολογικό υλικό. Συνήθως αναφέρεται στην συνολική μάζα μιας συγκεκριμένης ομάδας ή κατηγορίας? για παράδειγμα, η βιομάζα των παραγωγών (φυτική βιομάζα).

 

Mass of biological material. Usually the total mass of a particular group or category; for example, biomass of producers.

biomass energy

(ενέργεια βιομάζας) Η ενέργεια που παράγεται από την καύση φυτικών υπολειμμάτων όπως τα καυσόξυλα.

 

Energy produced by burning plant related materials such as firewood.

biomass pyramid

(πυραμίδα βιομάζας) Η δομή που προκύπτει όταν οι αντίστοιχες βιομάζες των παραγωγών, των φυτοφάγων ζώων και των σαρκοφάγων ζώων σε ένα οικοσύστημα συγκριθούν μεταξύ τους. Οι παραγωγοί έχουν την περισσότερη βιομάζα, ακολουθούν τα φυτοφάγα ζώα και έπειτα τα σαρκοφάγα ζώα.

The structure that is obtained when the respective biomasses of producers, herbivores, and carnivores in an ecosystem are compared. Producers have the largest biomass, followed by herbivores and then carnivores.

biomes

(μεγαδιαπλάσεις ή μεγάλα οικοσυστήματα) Συνάθροιση οικοσυστημάτων που σχετίζονται μεταξύ τους έχοντας κοινό τύπο βλάστησης και κυβερνώνται από όμοιες κλιματικές συνθήκες. Παραδείγματα μεγαδιαπλάσεων αποτελούν οι λειμώνες της εύκρατης ζώνης, τα δάση φυλλοβόλων δέντρων, η αρκτική τούνδρα, οι έρημοι και τα τροπικά δάση βροχής.

 

A group of ecosystems that are related by having a similar type of vegetation governed by similar climatic conditions. Examples include prairies, deciduous forests, arctic tundra, deserts, and tropical rain forests.

biosphere

(βιόσφαιρα) Ολόκληρη η γη σαν ένα ενιαίο οικοσύστημα. Είναι το άθροισμα όλων των μεγαδιαπλάσεων και των μικρότερων οικοσυστημάτων, τα οποία σε τελική ανάλυση αλληλοσυνδέονται και αλληλεξαρτώνται μεταξύ τους. Η αλληλοσύνδεση και αλληλεξάρτηση μπορεί να γίνει αντιληπτή με διεργασίες που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο όπως ο κύκλος του νερού και οι μετακινήσεις αερίων μαζών της ατμόσφαιρας.

 

The overall ecosystem of Earth. The sum total of all the biomes and smaller ecosystems, which ultimately are all interconnected and independent through global processes such as the water cycle and the atmospheric cycle.

biota

(έμβιος κόσμος) Το συνολικό άθροισμα όλων των ζωντανών οργανισμών. Ο όρος αυτός συνήθως χρησιμοποιείται στην περιγραφή φυσικών οικοσυστημάτων.

 

Τhe sum total of all living organisms. The term usually is applied to the setting of natural ecosystems.

biotic

(βιοτικός) Ζωντανός ή προερχόμενος από ζωντανούς οργανισμούς.

 

Living or derived from living things.

biotic community

(βιοκοινότητα) Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί (φυτά, ζώα και μικροοργανισμοί) που ζουν σε μια συγκεκριμένη έκταση.

 

All the living organisms (plants, animals, and micro organisms) that live in a particular area.

birch

(σημύδα) Οποιαδήποτε από τα διάφορα φυλλοβόλα δέντρα ή θάμνους του γένους Betula, καταγόμενα από το βόρειο ημισφαίριο. Είναι ερμαφρόδιτα φυτά (δηλαδή έχουν τα αρσενικά και τα θηλυκά όργανα στο ίδιο άνθος) με άνθη που ανήκουν στην ταξιανθία των ίουλων, με φύλλα αντίθετα, απλά και οδοντωτά και κορμό που συχνά ξεφλουδίζει σε λεπτές λωρίδες.

 

Any of various deciduous trees or shrubs of the genus Betula, native to the Northern Hemisphere and having unisexual flowers in catkins, alternate, simple, toothed leaves, and bark that often peels in thin papery layers.

blue water

(υγρό νερό ή πόσιμο νερό ή πηγές πόσιμου νερού;;;) Ανανεώσιμες επιφανειακές απορροές νερού και αναπλήρωση υπογείων υδάτων - η κύρια εστίαση της διαχείρισης και η κύρια πηγή νερού για ανθρώπινη κατανάλωση.

 

Renewable surface water runoff and groundwater recharge - the focus of management and the main source of water for human withdrawals.

buffer

(ρυθμιστικό διάλυμα, ρυθμιστής του pH) Μια ουσία που έχει την ιδιότητα να διατηρεί το pH ενός διαλύματος αμετάβλητο αν στο διάλυμα προστεθεί μικρή ποσότητα οξέος, καθώς εξουδετερώνει την περίσσεια του οξέος. Ο ασβεστόλιθος (αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο, CaCO3) είναι ένας φυσικός ρυθμιστής του pH που βοηθάει στο να διατηρείται η τιμή του pH του νερού και του εδαφικού διαλύματος κοντά στο ουδέτερο.

 

A substance that will maintain the pH of a solution by reacting with the excess acid in the solution. Limestone is a natural buffer that helps to maintain water and soil at a near-neutral pH.

buffering capacity

(ρυθμιστική ικανότητα διαλύματος) Η ποσότητα ενός οξέος που μπορεί να εξουδετερώσει ένας συγκεκριμένος όγκος ρυθμιστικού διαλύματος.

 

The amount of acid that may be neutralized by a given amount of buffer.