ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΙΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ:

Η ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

 

 

ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΙΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

Ηράκλειο Κρήτης, 17 - 19 Μαρτίου 1995

Οργάνωση ΤΕΕ Αν & Δ. Κρήτης, Δωδεκανήσου, Κέρκυρας,

ΕΤΕ Κύπρου

 

 

Γιάννης Σπιλάνης

Δρ.Οικονομολόγος-Περιφερειολόγος

Εργαστήριο Νησιωτικής Ανάπτυξης

Τμήμα Περιβάλλοντος - Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Καραντώνη 17, 81100 Μυτιλήνη

τηλ. 0251-21286/29579

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για να είναι δυνατή η επεξεργασία της σωστής τουριστικής πολιτικής, δηλαδή αυτής που αποφέρει το μέγιστο των ωφελειών, χρηματικών και μη, σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο είναι αναγκαίο πρώτο να έχει επαρκώς διευκρινιστεί ο ρόλος τον οποίο ο τουρισμός καλείται να διαδραματίσει στα πλαίσια του κοινωνικό-οικονομικού συστήματος του χώρου αναφοράς και δεύτερο να είναι γνωστές οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων που συνιστούν το “τουριστικό προϊόν” με τις υπόλοιπες συνιστώσες του ευρύτερου συστήματος (πχ. άλλες οικονομικές δραστηριότητες, ανθρώπινο δυναμικό, περιβάλλον, πολιτισμός, υποδομές κλπ). Ειδικότερα μάλιστα όταν αναφερόμαστε στις νησιωτικές περιφέρειες, των οποίων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έχουν βαρύνουσα σημασία και τις διαφοροποιούν από τις ηπειρωτικές, θα πρέπει να τα λάβουμε υπόψη έτσι ώστε να αποφύγουμε αποτυχίες και μελλοντικά αδιέξοδα.

Η ανάπτυξη του τουρισμού, όπως συμβαίνει και για κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα, δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Στόχος είναι η ανάπτυξη του να συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής αναφοράς βελτιώνοντας τόσο τα εισοδήματα και τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων (βραχυπρόθεσμοι στόχοι), όσο και τις γενικότερες προοπτικές ανάπτυξης του χώρου μέσα από μια διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου, γνώσεων, δεξιοτήτων και προετοιμασίας εναλλακτικών λύσεων για το μέλλον (μακροχρόνιοι στόχοι). Επομένως το ενδιαφέρον μας δεν πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά σε μεγέθη όπως οι αφίξεις και οι διανυκτερεύσεις των τουριστών και να επιχειρείται με κάθε θυσία η μεγιστοποίηση τους, αλλά θα πρέπει να εξετάζονται οι ποσοτικές και ποιοτικές επιπτώσεις, θετικές και αρνητικές, που προκαλεί η αύξηση του τουριστικού ρεύματος και η στάθμιση του τελικού αποτελέσματος όχι μόνο για τη τρέχουσα χρονική περίοδο αλλά και για το απώτερο μέλλον. Η διάσταση του χρόνου έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν θέλουμε να κινούμαστε μέσα στη λογική της συντηρούμενης ανάπτυξης (sustainable development).

Μια κατηγορία επιπτώσεων, συνήθως οι αρνητικές, αγνοούνται μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα τα συνολικά οικονομικά οφέλη να είναι υπερεκτιμημένα. Αυτό είναι συνέπεια της αδυναμίας των μηχανισμών της αγοράς να λάβουν υπόψη τους τις επιδράσεις των παραγόντων της οικονομίας που βρίσκονται εκτός (εξωτερικότητες). Οι εξωτερικότητες αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία αρνητικών εξωτερικών οικονομιών και κοινωνικού κόστους, που, με τη μορφή εξωτερικού προς τη τουριστική επιχείρηση κόστους, συντελούν στη μείωση της πραγματικής (καθαρής) ευημερίας της κοινωνίας στη περιοχή της οποίας αναπτύσσεται ο τουρισμός. Αντίθετα οι επιχειρήσεις που εξωτερικοποιούν μέρος του κόστους παραγωγής τους, αποκομίζουν οφέλη εφόσον η τιμή του τελικού προϊόντος που διαθέτουν στην αγορά παραμένει χαμηλή και έχουν συμφέρον για συνεχή επέκταση της παραγωγής τους μέσα στη προσπάθεια της μεγιστοποίησης των κερδών. Παράλληλα οι καταναλωτές των προϊόντων αυτών έλκονται από τη χαμηλή τους τιμή που τα κάνει ανταγωνιστικά και έχουν τη τάση για αυξημένη κατανάλωση γεγονός, που συνεπάγεται αυξημένες αρνητικές επιπτώσεις που πρέπει να επωμιστεί η περιοχή παραγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία στη περίπτωση που εξετάζεται εδώ έχουν οι εξωτερικότητες εκείνες που επηρεάζουν το περιβάλλον, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε αυτές που επηρεάζουν το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα της περιοχής υποδοχής. Πράγματι η θεώρηση, με βάση τα συμβατικά οικονομικά, του οικονομικού συστήματος ως κλειστού γραμμικού συστήματος που λαμβάνει υπόψη του μόνο ότι έχει τιμή και ανταλλάσσεται μέσα από την αγορά (Turner K. - Pearce D - Bateman I. 1994), δεν επιτρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις αυτές. Σε αυτό συμβάλλει ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα περιβαλλοντικά αγαθά είναι δημόσια, μη διαιρετά και μη αποκλειστικής χρήσης αγαθά με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η τιμολόγηση τους με τρόπο ανάλογο με αυτό των ιδιωτικών αγαθών.

Ομως γίνεται όλο και περισσότερο σαφές ότι αυτή η διχοτόμηση μεταξύ οικονομίας και περιβάλλοντος και ειδικότερα μεταξύ οικονομικού συστήματος και εξωτερικοτήτων, είναι επίπλαστη και ζημιογόνα. Και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν δεν αναφερόμαστε σε μίκρο-επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο της επιχείρησης, αλλά στο μάκρο-επίπεδο δηλαδή στο ευρύτερο οικονομικό σύνολο. Πράγματι στη περίπτωση αυτή οι εξωτερικότητες που προκύπτουν από τη λειτουργία μιας οικονομικής μονάδας αποτελούν εσωτερικότητες για το κοινωνικο-οικονομικό σύνολο με άμεσα και έμμεσα κόστη που ακόμη και αν δεν μπορούν να αποτιμηθούν με ακρίβεια είναι ευδιάκριτα. Για παράδειγμα η υπεράντληση νερού ή η ανεξέλεγκτη διάθεση των αποβλήτων από κάποιες επιχειρήσεις συνεπάγονται άμεσα ή έμμεσα κόστη είτε για άλλες επιχειρήσεις είτε για τα νοικοκυριά (πχ. κατασκευή έργων, επιβάρυνση υγείας, έλλειψη νερού και αύξηση τιμής του) γεγονός που επηρεάζει σημαντικά τόσο την αναπτυξιακή διαδικασία όσο και τη συνολική ευημερία, έτσι ώστε να πρέπει να θεωρήσουμε τις επιπτώσεις αυτές ως εσωτερικότητες.

Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για το τουρισμό του οποίου η ποιότητα αλλά και αυτή καθ’αυτή η παραγωγή εξαρτάται από το περιβάλλον (φυσικό, πολιτιστικό και δομημένο) και τη ποιότητα του - δεδομένου ότι συμπίπτουν ο τόπος παραγωγής και κατανάλωσης του προϊόντος - τα παραπάνω είναι προφανή. Οι επιβαρύνσεις στο περιβάλλον, που προέρχονται είτε από την ίδια τη τουριστική δραστηριότητα είτε από άλλες δραστηριότητες που αναπτύσσονται στον ίδιο χώρο, έχουν σαν πιθανό αποτέλεσμα την υποβάθμιση του με συνέπεια την υποβάθμιση του τουριστικού προϊόντος και τη συρρίκνωση του προσδοκώμενου οικονομικού αποτελέσματος.

Οι επιβαρύνσεις αυτές κινδυνεύουν να είναι οξύτερες στο νησιωτικό χώρο δεδομένης της ιδιαιτερότητας του που αφορά στο μικρό του μέγεθος και επομένως στη μικρή φέρουσα ικανότητα του περιβάλλοντος που συνδυάζεται με την ευθραυστότητα του λόγω της απομόνωσης (Σπιλάνης, 1993). Στα εγγενή χαρακτηριστικά των νησιών (μικρό μέγεθος και απομόνωση) πρέπει να προστεθούν και τα επίκτητα που οφείλονται στην υπανάπτυξη που παρατηρείται στα περισσότερα νησιά (πχ. έλλειψη υποδομών ανάδειξης, διαχείρισης και προστασίας των πόρων, έλλειψη σχεδιασμού και ελέγχου) και στη τάση για άμεση και χωρίς όρια εκμετάλλευση των τουριστικών δυνατοτήτων. Η τάση αυτή είναι τόσο περισσότερο έντονη όσο ο τουρισμός παρουσιάζεται σαν η μοναδική διέξοδος για ανάπτυξη (Sofoulis - Spilanis, 1993).

Αν η επίδραση του τουρισμού, όπως και κάθε άλλης δραστηριότητας του ανθρώπου, στο μετασχηματισμό του περιβάλλοντος είναι αναπόφευκτη, το ερώτημα τίθεται κατά πόσο είναι εφικτό η επίδραση αυτή να είναι περιορισμένη έτσι ώστε να ελαχιστοποιούνται οι αρνητικές συνέπειες και τα κόστη για το σύνολο. Οι συνέπειες αυτές δεν αφορούν μόνο το παρόν, αλλά κυρίως το μέλλον και τη δυνατότητα του συγκεκριμένου χώρου να υποστηρίζει και στο μέλλον τη τουριστική δραστηριότητα αποκομίζοντας στους κατοίκους του οφέλη αντίστοιχα με τα σημερινά.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τους τρόπους για μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη τουριστική δραστηριότητα με βάση τους οικονομικούς μηχανισμούς πριν αναφερθούμε σ’ένα συγκεκριμένο παράδειγμα τουριστικής ανάπτυξης στη Λέσβο που να διέπεται από τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης.

2. ΑΠΟ ΤΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ: Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ

Η επισήμανση των αλληλοσυσχετήσεων μεταξύ τουρισμού και περιβάλλοντος και η καταγραφή των επιπτώσεων της τουριστικής ανάπτυξης έχει γίνει κατ’επανάληψη ώστε να μην χρειάζεται να επανέλθουμε (Κοκκώσης, 1992 - Lozatto 1990 - Mathieson 1988). Αντίθετα θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε με βάση τις προσεγγίσεις των περιβαλλοντικών οικονομικών κατά πόσο είναι δυνατός ο επηρεασμός των μηχανισμών εκείνων που δημιουργούν το περιβαλλοντικό πρόβλημα.

Το περιβάλλον έχει τρεις λειτουργίες:

Ο άνθρωπος στα πλαίσια της δράσης του, και ειδικά με τη τουριστική ανάπτυξη, μεταβάλει το περιβάλλον κάνοντας χρήση των λειτουργιών αυτών. Η ένταση με την οποία παρεμβαίνει έχει σαν αποτέλεσμα η μεταβολή στο περιβάλλον να επηρεάζει σε διαφορετικό βαθμό τη δυνατότητα του να αναπαράγεται και να εκπληροί τις παραπάνω λειτουργίες. Η έντονη χρήση των πόρων (πχ. νερού, εδάφους) και η ρύπανση με απόβλητα κάθε είδους μπορεί να προκαλέσει είτε προσωρινή υποβάθμιση του περιβάλλοντος είτε οριστική καταστροφή του ανάλογα με την έκταση και τη διάρκεια που θα έχει η αναστολή των λειτουργιών του. Και βέβαια η κατάσταση αυτή δεν έχει μόνο περιβαλλοντικό κόστος (διατάραξη οικολογικής ισορροπίας) αλλά και άμεσα οικονομικό.

Ας αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα:

- όταν από την υπεράνληση νερού σε νησιωτική τουριστική περιοχή σημειωθεί υφαλμύρωση του υδροφόρου ορίζοντα, το περιβάλλον παύει να μπορεί να παρέχει τη συγκεκριμένη πρώτη ύλη που είναι απαραίτητη για το σχηματισμό του τουριστικού προϊόντος και η οποία θα πρέπει να υποκατασταθεί τεχνητά με σαφώς υψηλότερο κόστος.

- η ρύπανση της θάλασσας από την απόρριψη ακατέργαστων αποβλήτων μειώνει το βαθμό καθαρότητας της και μπορεί να τη καταστήσει προσωρινά ακατάλληλη για χρήση, αχρηστεύοντας τις παρακείμενες τουριστικές περιοχές που στηρίζονται στην αξιοποίηση του πόρου αυτού.

- η κακοποίηση ενός πολιτιστικού πόρου που αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για το τουριστικό προϊόν μιας περιοχής έχει ανάλογα αποτελέσματα.

- η ανεξέλεγκτη δόμηση και μεταβολή του περιβάλλοντος για τις ανάγκες της τουριστικής δραστηριότητας μπορεί να επηρεάσει τόσο το μικρόκλιμα της περιοχής (πχ. με τη μετατροπή υδροβιότοπου ή γεωργικής γής σε οικόπεδα), όσο και την αισθητική ευχαρίστηση (δημιουργία μαρίνας στη θέση γραφικού λιμανιού, αύξηση συντελεστών δόμησης για γρήγορη απόσβεση κόστους κατασκευής εγκαταστάσεων κλπ) με αποτέλεσμα τη μείωση της ελκυστικότητας της περιοχής.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι το περιβάλλον να μην μπορεί να παρέχει πλέον τις φυσικές του “υπηρεσίες” στους τουρίστες, που το εγκαταλείπουν για άλλες περιοχές που μπορούν να τις προσφέρουν, παραχωρώντας τη θέση τους σε τουρίστες-καταναλωτές που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν λιγότερο για να “καταναλώσουν” τουριστικό προϊόν χαμηλότερης ποιότητας. Μια ακραία κατάσταση είναι η πλήρης εγκατάλειψη της περιοχής από τουρίστες όταν η τελευταία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα χαρακτηριστικά της ζήτησης. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε στη περίπτωση αυτή για κύκλο ζωής μιας τουριστικής περιοχής σε αντιστοιχία με την έννοια του κύκλου ζωής προϊόντος. Πράγματι μια τουριστική περιοχή γνωρίζει τη φάση της άνθησης-επέκτασης με σημαντική συσσώρευση κερδών, τη φάση της ωρίμανσης που συνοδεύεται από την εμφάνιση αρνητικών εξωτερικών οικονομιών και έντονου ανταγωνισμού (μείωση κερδών) και τη φάση της κάμψης-κρίσης. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο μια περιοχή που έχει ταυτιστεί με ένα είδος συγκεκριμένο είδος τουρισμού - και ειδικά με το μαζικό τουρισμό παραλίας με ότι αυτό συνεπάγεται για το φυσικό και δομημένο περιβάλλον - είναι σε θέση να προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις της ζήτησης. Στη περίπτωση που δεν μπορεί, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η προηγηθείσα ανάπτυξη δεν ήταν συντηρήσιμη, εφόσον δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα παροχής ίσων ευκαιριών στις νεότερες γενεές λόγω της εξάντλησης των φυσικών πόρων.

Τα παραπάνω συμβαίνουν κύρια εξ αιτίας του γεγονότος ότι λείπει από τη συμβατική προσέγγιση περί ανάπτυξης η έννοια του φυσικού κεφαλαίου σε αντιστοιχία με την έννοια του τεχνητού. Ενώ θεωρούμε αυτονόητο ότι η υποβάθμιση των κτιριακών εγκαταστάσεων ενός ξενοδοχείου έχει άμεσο αντίκτυπο στο παρεχόμενο προϊόν και θα επηρεάσει αναπόφευκτα τα προσδοκώμενα έσοδα, δεν αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Η κατανάλωση φυσικού κεφαλαίου όχι μόνο δεν φαίνεται μέσα από τα εθνικό-λογιστικά στοιχεία να μειώνει το συνολικό κεφάλαιο που έχουμε στη διάθεση μας και επομένως τη μελλοντική μας ικανότητα για παραγωγή, αλλά αντίθετα φαίνεται ότι συντελεί στην αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Επομένως η αγορά τείνει στην συνεχή αύξηση της κατανάλωσης των περιβαλλοντικών πόρων.

Η τραγωδία των “κοινών” ή η τραγωδία των πόρων στους οποίους υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση και κατά συνέπεια ελεύθερη εξωτερικοποίηση κόστους - χωρίς να εξετάζεται είτε κατά πόσο θα επηρεαστεί το συνολικό τουριστικό προϊόν εφόσον ο συγκεκριμένος πόρος είναι μη ανανεώσιμος, είτε ποιος είναι ο βέλτιστος ρυθμός χρήσης του πόρου εφόσον είναι ανανεώσιμος - οδηγεί στη κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στη περίπτωση του τουρισμού συχνά αναφερόμαστε σε μη ανανεώσιμους πόρους. Πράγματι η δόμηση για τουριστικούς λόγους μιας περιοχής, η κατασκευή τουριστικών υποδομών και γενικά η χρήση του χώρου (εδάφους) θα πρέπει να θεωρείται μάλλον μη ανατρέψιμη ενέργεια. Πράγματι είναι μάλλον αδύνατο - και σίγουρα εξαιρετικά δαπανηρό για να πραγματοποιηθεί - να επαναφέρουμε στη φυσική της κατάσταση μια ζώνη που έχει δομηθεί, ενώ είναι ευκολότερο να δημιουργήσουμε νέες εγκαταστάσεις. Επίσης η καταστροφή ενός πολιτιστικού πόρου από την υπερβολική χρήση είναι επίσης μη ανατρέψιμη, ενώ η υποκατάσταση του από άλλον είναι δυνατή εφόσον δεν τον διακρίνει η μοναδικότητα.

Η χρησιμοποίηση των περιβαλλοντικών πόρων ως δωρεάν εισροών στη διαδικασία παραγωγής του τουριστικού προϊόντος σημαίνει:

α) ότι σημειώνεται ανεξέλεγκτη χρήση και σπατάλη των πόρων αυτών,

β) ότι η προστιθέμενη αξία που παραμένει στο τόπο υποδοχής των τουριστών διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο. Να υπογραμμίσουμε εδώ ότι αυτό αποτελεί φαινόμενο κύρια των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και περιφερειών που δεν έχουν άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα παρά τους φυσικούς τους πόρους τους οποίους υπερεκμεταλλεύονται εξάγοντας τους αναξιοποίητους (σε ακατέργαστη μορφή).

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι ταυτόχρονα εξωτερικεύεται ένα μέρος του κόστους παραγωγής με τη μορφή κοινωνικού κόστους έχουμε ως αποτέλεσμα τη μείωση των τελικών ωφελειών που προκύπτουν για το τόπο, που δεν μπορεί να συσσωρεύσει το αναγκαίο κεφάλαιο και γενικά να αποκτήσει τις ιδιότητες εκείνες (πχ. νέες τεχνολογίες, οργάνωση) που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη του.

Σήμερα γίνεται όλο και ευρύτερα αποδεκτό ότι οι περιβαλλοντικοί και οι πολιτιστικοί πόροι μιας περιοχής μπορούν να διαδραματίσουν κινητήριο ρόλο στην ανάπτυξη της μέσα από το κατάλληλο τουριστικό αναπτυξιακό σχεδιασμό. Για να είναι υλοποιήσιμη μια τέτοια θεώρηση πρέπει να πληρούνται ορισμένες αναγκαίες συνθήκες:

Μέσα σε μια τέτοια λογική η προστασία και η ανάδειξη των πολιτιστικών και φυσικών πόρων όχι μόνο δεν αποτελεί περιορισμό, αλλά αντίθετα συμβάλλει αποφασιστικά στη περιφερειακή ανάπτυξη. Οχι μόνο γιατί προωθεί μια οικονομική δραστηριότητα που φαίνεται ότι παράγει up-market προϊόντα με σημαντική προστιθέμενη αξία, αλλά γιατί φαίνεται να προσαρμόζεται στις σύγχρονες απαιτήσεις για πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον υψηλής ποιότητας έτσι ώστε να είναι δυνατή η προσέλκυση δυναμικών δραστηριοτήτων και ανθρώπινου δυναμικού υψηλού επιπέδου.

Τέλος σε ότι αφορά τα νησιά φαίνεται ότι εφόσον επιδίωξη είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για συνεχή αυτοτροφοδοτούμενη αναπτυξιακή διαδικασία που να λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικές, πολιτιστικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους, δεν μπορεί παρά η αναπτυξιακή διαδικασία να στηρίζεται σε αρχές όπως:

Η προσέγγιση του νησιωτικού προβλήματος δεν μπορεί να γίνει με βάση τη λογική των "εξωτερικοτήτων" που αποτελούν μία από τις βάσεις του μηχανισμού της αγοράς όπου το κυρίαρχο κριτήριο είναι η μεγιστοποίηση της ικανοποίησης των ατόμων και των επιχειρήσεων. Η απορρόφηση των συνεπειών των εξωτερικοτήτων αυτών από το οικονομικό, κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον των νησιών - του οποίου η φέρουσα ικανότητα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη όπως έχουμε ήδη επισημάνει - είναι εξαιρετικά δύσκολη και οπωσδήποτε πολύ πιό δύσκολη από ότι συμβαίνει σε ένα ευρύτερο - ηπειρωτικό χώρο. Οι "εξωτερικότητες" του μικρο-οικονομικού επιπέδου είναι "εσωτερικότητες" στο νησιωτικό μεσο-επίπεδο του οποίου η ισορροπία τίθεται σε κίνδυνο.

Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι αν η εφαρμογή της βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης αποτελεί στρατηγική με θετικές προοπτικές ειδικά για τις προβληματικές περιοχές, αποτελεί ίσως μονόδρομο για τις νησιωτικές, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις από το τουρισμό που βασίζεται στους πολιτιστικούς και φυσικούς τους πόρους..

Βέβαια η εφαρμογή στρατηγικής βιώσιμου τουρισμού εξαρτάται από:

- τα χαρακτηριστικά και συνήθειες των τουριστών (πχ. διάρκεια παραμονής, είδος τουριστικής δραστηριότητας, επίπεδο χρήσης πόρων) και τη μορφή οργάνωσης του τουρισμού (μαζικός τουρισμός, tours operators), δηλαδή από τα χαρακτηριστικά της ζήτησης

- από τα χαρακτηριστικά της περιοχής υποδοχής, δηλαδή της προσφοράς.

Η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής και οι επιμέρους τουριστικές της περιφέρειες ελάχιστα μπορούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της ζήτησης και των χαρακτηριστικών τους που καθορίζονται από τα παγκόσμια καταναλωτικά πρότυπα και την ολιγοπωλιακή οργάνωση της αγοράς. Η λογική της τελευταίας κυριαρχείται από τη προσπάθεια μείωσης του κόστους παραγωγής που συνεπάγεται μετακύληση ενός μέρους του στη περιοχή υποδοχής. Ενα συγκεκριμένο παράδειγμα αναφέρεται στις πιέσεις που δέχονται οι τοπικές αρχές πολλών νησιών από τους tour-operators, κάτω από την απειλή της διακοπής συνεργασίας, για μεγάλωμα της πίστας των αεροδρομίων έτσι ώστε να μπορούν να φέρνουν όλο και μεγαλύτερα αεροπλάνα. Η κατανομή των ωφελειών και των ζημιών είναι προφανής. Οι ζημιές δεν αφορούν μόνο τη τρέχουσα περίοδο δεδομένου ότι έννοιες όπως αυτές της κλίμακας (scale) και των ορίων (limits) της ανάπτυξης, της πίεσης επί των πόρων του περιβάλλοντος, της φέρουσας ικανότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης δεν απασχολούν τους φορείς διακίνησης τουριστών που είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τους προορισμούς εκείνους που δεν καλύπτουν τις απαιτήσεις τους.

Οι περιοχές υποδοχής μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση μόνο μέσα από τη προώθηση μιας διαφορετικής τουριστικής εικόνας που θα ανταποκρίνεται στα επιμέρους χαρακτηριστικά τους και θα προσπαθεί να προσελκύσει το τουρισμό εκείνο που, από ποσοτικής και ποιοτικής άποψης, θα ανταποκρίνεται στον ευρύτερο αναπτυξιακό της σχεδιασμό. Αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει ένα σχέδιο ανάπτυξης, οι κατάλληλες δομές για τον έλεγχο των επιπτώσεων της και οι θεσμοί που θα επανεξετάζουν και διορθώνουν το σχέδιο.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι οι μηχανισμοί της αγοράς δεν μπορούν να ωθήσουν το μοντέλο της τουριστικής ανάπτυξης να αποκτήσει περισσότερα “βιώσιμα” χαρακτηριστικά, όσο και αν είναι ευρύτερα αποδεκτό ότι η σημερινή ζήτηση στρέφεται προς “οικολογικότερα” προϊόντα, τουριστικά ή μη, και υιοθετεί συμπεριφορές που μειώνουν τη πίεση στους πόρους.

3. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

Αν και τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνεται συνεχώς, τόσο σε επίπεδο πολιτικών διακηρύξεων όσο και σε επίπεδο αναπτυξιακών προγραμμάτων, ότι ο τουρισμός αποτελεί τη μοναδική αναπτυξιακή διέξοδο γιά τα ελληνικά νησιά και ειδικότερα τη Λέσβο, μέχρι σήμερα κανένας φορέας, κρατικός, κοινωνικός ή επαγγελματικός, δεν έχει μελετήσει συστηματικά τις επιπτώσεις της τουριστικής ανάπτυξης, ούτε έχει υπάρξει συστηματικός σχεδιασμός έτσι ώστε η ανάπτυξη αυτή να αποδώσει το μέγιστο των ωφελημάτων και το μικρότερο δυνατό κόστος σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Η έλλειψη σχεδιασμού έχει σαν αποτέλεσμα να αναπτύσσεται ο τουρισμός ανεξέλεγκτα, ακολουθώντας τη πορεία της ζήτησης όπως αυτή εκφράζεται από τους tour-operators. Ετσι χρόνο με το χρόνο σημειώνεται μείωση των οικονομικών ωφελειών για τη χώρα (με παράλληλη αύξηση του κοινωνικού κόστους) εξ αιτίας της υποβάθμισης του παραγόμενου "τουριστικού προϊόντος", του υψηλού ανταγωνισμού που αναπτύσσεται μέσα και έξω από τη χώρα δεδομένου ότι υπάρχει υπερπροσφορά του κλασικού τουριστικού πακέτου που χαρακτηρίζεται από τα 3 S (sun, sand, sea) και της συσσώρευσης προβλημάτων που επιχειρούνται να λυθούν με αποσπασματικά και πυροσβεστικά μέτρα χωρίς στόχους και εσωτερική συνάφεια, ασύνδετα με το συνολικό αναπτυξιακό σχεδιασμό με αποτέλεσμα να είναι αναποτελεσματικά αν όχι επιζήμια μακροπρόθεσμα.

Ειδικότερα σε ότι αφορά τη Λέσβο ούτε η τουριστική ανάπτυξη φαίνεται να είναι ανάλογη με τις προσδοκίες που εκφράζονται μέσα από τα αναπτυξιακά προγράμματα, ούτε οι επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας να είναι από την αύξηση των τουριστών να είναι ορατές. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια αυξάνονται τα προβλήματα που όπως εκφράζονται από τους εμπλεκόμενους επιχειρηματίες εστιάζονται στην αστάθεια της ζήτησης και η υστέρηση της έναντι της προσφοράς, στην υποβάθμιση της ποιότητας των πελατών (που εκφράζεται μεταξύ άλλων με τη μείωση της ημερήσιας δαπάνης και τη στροφή προς τα βοηθητικά καταλύματα), στην αδυναμία των ξενοδόχων να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις κλπ. Παράλληλα η ανεξέλεγκτη αύξηση των καταλυμάτων και της τουριστικής κίνησης δημιουργούν αρνητικές εξωτερικές οικονομίες (πχ. προβλήματα στην ύδρευση και την ηλεκτροδότηση, κακοποίηση δομημένου περιβάλλοντος, κορεσμό οδικού δικτύου και άλλων υποδομών) η αντιμετώπιση των οποίων απαιτεί τη κατασκευή έργων υποδομής απορροφώντας πόρους που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί περισσότερο αποδοτικά σε άλλους τομείς (κόστος ευκαιρίας χρηματικών πόρων). Σαν αίτια της κατάστασης αυτής αναφέρονται η παντελής έλλειψη τουριστικού σχεδιασμού σε περιφερειακό επίπεδο, οι ανεπαρκείς υποδομές, η έλλειψη διαφήμισης και τα ανεπαρκή κίνητρα από τη πλευρά της πολιτείας.

Τη προφανή έλλειψη κεντρικού τουριστικού αναπτυξιακού σχεδιασμού δεν ήρθε να υποκαταστήσει η τοπική παρέμβαση. Η επίκληση γενικών και αόριστων στόχων όπως προσέλκυση τουριστών υψηλού επιπέδου, επιμήκυνση τουριστικής περιόδου, βελτίωση παρεχόμενων υπηρεσιών, ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού κλπ χωρίς να έχει προηγηθεί στοιχειώδης μελέτη σκοπιμότητας και χωρίς να ακολουθούν συγκεκριμένα έργα ή άλλες ενέργειες δεν μπορεί να θεωρηθεί τουριστικός σχεδιασμός. Ούτε ότι η κατασκευή ορισμένων τουριστικών εγκαταστάσεων όπως πχ. μαρίνα, συνεδριακό κέντρο, καζίνο ή γήπεδο golf συνεπάγονται αυτόματα ανάπτυξη τουρισμού υψηλού επιπέδου.

Μέχρι σήμερα δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης αν το είδος του τουρισμού που αναπτύσσεται στη Λέσβο και στην ευρύτερη περιφέρεια του Β.Αιγαίου (μαζικός τουρισμός παραλίας) και ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται είναι ο πλέον κατάλληλος με δεδομένα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής και κατά πόσο συμβάλλει στην αναπτυξιακή διαδικασία. Αν δηλαδή δημιουργεί ζήτηση για άλλα προϊόντα και υπηρεσίες που παράγονται ή που μπορούν να παραχθούν στη περιοχή, πόσο επηρεάζει την απασχόληση και τα τοπικά εισοδήματα κλπ.

Ακόμη περισσότερο δεν έχει αναλυθεί πως μεταβάλλεται η ζήτηση και ποιο "τουριστικό προϊόν" έχει καλές προοπτικές στην αγορά, ποιες είναι οι τάσεις που προδιαγράφονται για τα επόμενα χρόνια και πως όλα αυτά μπορούν να συνδυαστούν με τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου χώρου έτσι ώστε το "προϊόν" που θα παραχθεί να μην αντιστρατεύεται τα βασικά χαρακτηριστικά του.

Επίσης δεν έχει εξεταστεί πως οι τοπικοί φορείς μπορούν με τα μέσα που διαθέτουν να παρέμβουν στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση της τουριστικής ανάπτυξης αλλά και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν ήδη επισημανθεί σαν στοιχεία που επηρεάζουν αρνητικά το τουριστικό προϊόν.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και η έλλειψη γνώσης σχετικά με τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των τουριστών και με τις επιπτώσεις τους στο οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό σύστημα έτσι ώστε οι παρεμβάσεις που θα γίνουν να μπορούν να λάβουν υπόψη τους την υπάρχουσα κατάσταση και να τη βελτιώσουν όπου είναι δυνατό ή αναγκαίο. Αυτό οφείλεται σ'ένα βαθμό στις αδυναμίες του στατιστικού συστήματος και σε ένα άλλο βαθμό στην ιδιομορφία της τουριστικής δραστηριότητας - ότι δηλαδή δεν αποτελεί ένα ομοιογενή κλάδο εύκολα διακρινόμενο από τις άλλες δραστηριότητες - και επομένως είναι δύσκολο να απομονωθούν οι επιπτώσεις του.

Τα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν με προχειρότητα, αλλά πρέπει να είναι αποτέλεσμα συστηματικής μελέτης για να εντοπιστούν τα ειδικά τουριστικά προϊόντα και οι μορφές οργάνωσης που ταιριάζουν στη Λέσβο καθώς και οι γενικότερες αλλαγές που πρέπει να επέλθουν στο τουριστικό τομέα έτσι ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη με παράλληλη ελαχιστοποίηση του κόστους σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό επίπεδο. Η γνώση αυτή θα βοηθήσει στο να προταθούν οι παρεμβάσεις και οι άλλες δράσεις που είναι αναγκαίες για την αλλαγή της τουριστικής εικόνας της Λέσβου.

Πράγματι σήμερα δεν αρκεί να λέμε γενικά κι αόριστα ότι η Λέσβος ή το Β.Αιγαίο έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στο τουρισμό. Το ίδιο μπορούν να ισχυριστούν όλα τα νησιά, αλλά και όλες οι παράκτιες περιοχές που βρίσκονται στην εύκρατη ζώνη (πχ. όλες οι περιοχές που βρέχονται από τη Μεσόγειο) και πολλές απ’αυτές μπορούν για διάφορους λόγους να προσφέρουν το ίδιο προϊόν που προσπαθεί να πουλήσει η Λέσβος βασισμένο στα 3 S (sea, sand, sun) σε καλύτερη ποιότητα και χαμηλότερες τιμές. Ετσι τρεις λύσεις υπάρχουν:

α) να κρατηθούν οι τιμές πολύ χαμηλά για να είναι τα τουριστικά πακέτα ανταγωνιστικά και στήριξη των μονάδων από το κρατικό προϋπολογισμό

β) να σταματήσει η Λέσβος να “παράγει” τουριστικό προϊόν ως μη κερδοφόρο και να στραφεί σε άλλες δραστηριότητες

γ) να εμπλουτίσει το τουριστικό της προϊόν με νέες μορφές προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες των νησιών του νομού, ταυτόχρονα με στροφή προς το ποιοτικό τουρισμό (βελτίωση της προσφερόμενης ποιότητας).

Εφόσον ακολουθηθεί η τρίτη λύση, που φαίνεται να είναι μονόδρομος, είναι απαραίτητο οι δράσεις που θα αναλαμβάνονται να έχουν τους παρακάτω στόχους:

- να δημιουργούν τη νέα τουριστική εικόνα του κάθε νησιού της Λέσβου βασισμένη στο ιδιαίτερο φυσικό και πολιτιστικό τους περιβάλλον

- να συνδέουν τη τουριστική δραστηριότητα με τις άλλες δραστηριότητες του νομού έτσι ώστε να υπάρξει διάχυση των κερδών και των θετικών αλληλεπιδράσεων σε όλους τους τομείς.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι να εντοπιστεί ποια πρέπει να είναι η νέα τουριστική εικόνα της Λέσβου και πως αυτή η εικόνα μπορεί να υλοποιηθεί και να "φτάσει" μέχρι το καταναλωτή-τουρίστα. Για να εντοπιστεί η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινούνται οι αλλαγές αυτές, είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν οι λόγοι που αναγκάζουν τη δρομολόγηση των αλλαγών αυτών. Οι λόγοι αυτοί είναι δύο ειδών:

ι) η στροφή της ζήτησης με τη διαμόρφωση νέου τουριστικού προτύπου

ιι) τα προβλήματα που παρουσιάζονται στη Λέσβο από τη μέχρι τώρα τουριστική ανάπτυξη και την εικόνα που παρουσιάζει.

Είναι σαφές τα τελευταία χρόνια ότι το "κλασικό τουριστικό προϊόν" (μαζικός παθητικός ομοιόμορφος τουρισμός παραλίας) υφίσταται το φυσικό νόμο της φθοράς που υφίστανται όλα τα προϊόντα και οι υπηρεσίες: έχοντας συμπληρώσει το κύκλο της ζωής του δεν αποτελούν πλέον "up market" προϊόν με τις ανάλογες αρνητικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις ή τις περιοχές εκείνες που έχουν ειδικευτεί στη παραγωγή του μέσα από τη λογική του συγκριτικού πλεονεκτήματος (μείωση της ζήτησης, συμπίεση των τιμών, αδυναμία εκπλήρωσης οικονομικών υποχρεώσεων κλπ).

Η εξέλιξη της τουριστικής ζήτησης φαίνεται να ακολουθεί τις μεταβολές που συμβαίνουν στην ευρύτερη παραγωγική διαδικασία και που σηματοδοτούνται από την αντικατάσταση των προϊόντων μαζικής ομοιόμορφης παραγωγής από προϊόντα που αλλάζουν γρήγορα και προσπαθούν να καλύψουν τη διαφοροποιημένη ζήτηση συγκεκριμένων μικρότερων ομάδων πληθυσμού. Στο τουρισμό αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται με τις λεγόμενες "νέες μορφές" επιλεκτικού τουρισμού (θρησκευτικός, αγροτικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός, ιαματικός, κινήτρων, θαλάσσιος, ναυταθλητικός, περιβαλλοντικός, χειμερινός, συνεδριακός, golf κλπ) που απευθύνονται κατά τεκμήριο σε σχετικά μικρές ομάδες ατόμων με ειδικά ενδιαφέροντα (στροφή από το ποσοτικό στο ποιοτικό τουρισμό). Οι τουρίστες αυτοί δεν είναι παθητικοί δέκτες των όσων έχουν οργανωθεί γι'αυτούς, αλλά συμμετέχουν ενεργά σε κάτι που οι ίδιοι έχουν επιλέξει είτε γιατί το γνωρίζουν και θέλουν να αποκτήσουν νέες εμπειρίες και να πλουτίσουν τις γνώσεις τους είτε γιατί θέλουν να το γνωρίσουν, είτε ακόμη γιατί συνδυάζουν την αναψυχή με επαγγελματικές ή άλλες υποχρεώσεις (συνεδριακός, επαγγελματικός, θεραπευτικός κλπ τουρισμός).

Οι μεταβολές στη ζήτηση έχουν ενσωματώσει και αλλαγές συνηθειών και τρόπου της καθημερινής ζωής όπως είναι η προστασία του περιβάλλοντος και η ποιότητα ζωής, ενώ παράλληλα είναι έντονη η διάθεση "φυγής" από τη καθημερινή πραγματικότητα της οργανωμένης και ρυθμισμένης από τις καθημερινές υποχρεώσεις ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ακόμη και σήμερα μεγάλες μερίδες τουριστών που αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν "μεταφέρουν" μαζί τους στις διακοπές όλες τις συνήθειες τους όπως τρόπο διατροφής, οργανωμένη σε λεπτομέρειες καθημερινή ζωή, τυποποιημένη διασκέδαση κλπ.

Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, που επιβεβαιώνονται και από τη διεθνή βιβλιογραφία και εμπειρία, διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι η μονολιθικότητα της ζήτησης αποτελεί ήδη παρελθόν και ότι η προσφορά έχει αρχίσει να προσαρμόζεται με μεγαλύτερη οπωσδήποτε δυσκολία. Είναι όμως μια προσαρμογή απαραίτητη γιατί κινδυνεύουν οι παραγωγοί να δουν τα προϊόντα τους αδιάθετα και τις τιμές διάθεσης τους να υποχωρούν συνεχώς με δυσμενέστατα αποτελέσματα για την κερδοφορία των επιχειρήσεών τους.

Η δυσκολία προσαρμογής προέρχεται τόσο από υποκειμενικούς όσο και από αντικειμενικούς λόγους. Οι πρώτοι σχετίζονται με την αδράνεια που χαρακτηρίζει κάθε σύστημα και τις επιμέρους του συνιστώσες στις αλλαγές. Η διατήρηση των κεκτημένων, ο φόβος για το καινούριο, η αδυναμία προσαρμογής αποτελούν παράγοντες που συναντώνται συχνά σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής.

Οι δεύτεροι σχετίζονται με την ίδια τη τουριστική δραστηριότητα και τις ιδιομορφίες της. Ας αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα:

- αν σε μιά περιοχή έχουν γίνει τουριστικές εγκαταστάσεις για εξυπηρέτηση μαζικού τουρισμού χαμηλής ποιότητας και έχει αλλοιωθεί σημαντικά το φυσικό και δομημένο περιβάλλον είναι εξαιρετικά δύσκολο και δαπανηρό να γίνουν παρεμβάσεις αποκατάστασης. Αν ένα ξενοδοχείο έχει κτιστεί με τη λογική και την αισθητική της δεκαετίας του '60 ή του '70 είναι δύσκολο να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του σήμερα.

- δεδομένου ότι η παροχή τουριστικών υπηρεσιών δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο (πχ. κατάλυμα) αλλά εκτείνεται ουσιαστικά στον ευρύτερο χώρο του τουριστικού προορισμού, περικλείοντας με το τρόπο αυτό ακόμη και άτομα και δραστηριότητες που έχουν μικρή ή καμία σχέση με το τουρισμό, είναι δύσκολο να επιβληθούν οι αλλαγές που είναι απαραίτητες για το νέο τουριστικό προϊόν εκτός εάν υπάρξει γενικότερη κινητοποίηση.

- η ύπαρξη ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού που θα μπορεί να ανταποκρίνεται στις συνεχώς μεταβαλλόμενες και ποικίλες ανάγκες της τουριστικής δραστηριότητας χρειάζεται ένα κατάλληλο σύστημα εκπαίδευσης και διαρκούς επιμόρφωσης που αποτελεί σε μεγάλο βαθμό εξωγενή ως προς το τουρισμό παράγοντα και αποτελεί αντικείμενο μακροχρόνιου σχεδιασμού.

Η αλλαγή της τουριστικής εικόνας της Λέσβου είναι απαραίτητη για πολλούς λόγους οι οποίοι συνοψίζονται στα παρακάτω:

Ο σχεδιασμός, η δημιουργία και η προώθηση της νέας τουριστικής εικόνας της Λέσβου αποτελεί μια σύνθετη και διαρκή διαδικασία που θα επιδιώκει να αξιοποιεί και να προβάλλει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού που ανταποκρίνονται στη ζήτηση μέσα στο κατάλληλο πλαίσιο.

Δύο στοιχεία αποτελούν καθοριστικές προϋποθέσεις για την αλλαγή της εικόνας της Λέσβου:

1) εμπλουτισμός και διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού,

2) στροφή προς τη ποιότητα με στόχο τόσο τις προσφερόμενες υπηρεσίες, δημόσιες και ιδιωτικές, όσο και το περιβάλλον, φυσικό και δομημένο.

Η προώθηση σχεδόν μονοδιάστατης εικόνας της Λέσβου σαν προορισμού διακοπών παραλίας (ο θρησκευτικός τουρισμός αποτελεί την εξαίρεση που πιστοποιεί το κανόνα) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η αυθόρμητη τουριστική ανάπτυξη που γνωρίζει ολόκληρη η Ελλάδα βασίστηκε στη χρήση σε των άφθονων και κατάσπαρτων φυσικών και πολιτιστικών πόρων χωρίς να υπάρχει ανάγκη για δημιουργία ενός προϊόντος. Φυσικό περιβάλλον και πολιτιστική κληρονομιά έπαιξαν το ρόλο του σκηνικού που χωρίς κόστος πλαισίωνε και έδινε αξία σε ένα έργο χωρίς σενάριο. Η έλλειψη ανταγωνισμού σε παλαιότερες χρονικές περιόδους είχε σαν αποτέλεσμα να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα στις τουριστικές περιοχές της πρώτης γενεάς (Ρόδος, Κέρκυρα, Β.Κρήτη, Χαλκιδική).

Σήμερα που το σκηνικό άρχισε να φθείρεται από την αλόγιστη χρήση του και που σε άλλα μέρη παρουσιάζονται ταυτόχρονα πολλά νέα έργα με καλοφτιαγμένο σκηνικό και καλό σενάριο, είναι απαραίτητη η παρέμβαση έτσι ώστε να υπάρξουν νέα έργα (νέα τουριστικά προϊόντα) και να βελτιωθεί το σκηνικό (προσφερόμενες υπηρεσίες και περιβάλλον χώρος υποδοχής).

α) Εμπλουτισμός και διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος με τη σωστή αξιοποίηση των ιδιαιτεροτήτων του νησιού

Το φυσικό περιβάλλον και η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου αποτελούν τα βασικότερα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του. Η αξιοποίηση τους λοιπόν με το κατάλληλο τρόπο είναι δυνατόν να δώσει νέα, μοναδικά προϊόντα διαφοροποιώντας το παραγόμενο τουριστικό προϊόν και προσελκύοντας νέα πελατεία, καλύτερα κατανεμημένη στο χώρο και το χρόνο, ενώ παράλληλα θα συντελέσουν στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής του πληθυσμού. Ταυτόχρονα η αξιοποίηση αυτή μπορεί να βοηθήσει στον εμπλουτισμό και τη ποιοτική αναβάθμιση του υπάρχοντος τουριστικού προϊόντος ή ακόμη να βοηθήσει να αποκτήσουν συγκεκριμένα τουριστικά προϊόντα που φαινομενικά έχουν την ίδια μορφή παντού (συνεδριακός, αθλητικός, εκπαιδευτικός, κινήτρων κλπ) ξεχωριστή ταυτότητα και διαφορετική ελκυστικότητα προς τη διεθνή και ελληνική πελατεία που πάντα ψάχνει για κάτι καινούριο και πρωτότυπο.

Αλλωστε στόχος δεν είναι να φτιαχτούν προϊόντα που δεν θα συσχετίζονται μεταξύ τους, αλλά ένα βασικό κοινό υπόβαθρο το οποίο θα αποτελεί τη βάση λειτουργίας του τουρισμού αλλά και μιας αναβαθμισμένης καθημερινής ζωής των κατοίκων, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργήσει τη βάση για εξειδικευμένα προϊόντα που θα ανταποκρίνονται σε μια συγκεκριμένη ζήτηση και θα μπορούν να μεταβάλλονται ανάλογα.

Η αξιοποίηση αυτή πρέπει να γίνει μέσα σε λογική προστασίας και ανάδειξης των πόρων με τρόπο τέτοιο ώστε να αποτελέσουν βάση τουριστικής δραστηριότητας με ενεργή συμμετοχή των τουριστών, αλλά και ευρύτερα σαν ένα εργαλείο στρατηγικής ενδογενούς ανάπτυξης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές (πχ. νησιωτικές, αγροτικές όπως η Λέσβος που συνδυάζει και τα δύο στοιχεία) όπου παρατηρείται πληθυσμιακή, πολιτιστική και οικονομική συρρίκνωση. Η ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού απαιτούν σωστά σχεδιασμένες τοπικές πρωτοβουλίες και κινητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού (εκπαίδευση, πληροφόρηση, ευαισθητοποίηση σχετικά με την αξία των πόρων, τη προστασία τους, την ανάδειξη τους) που θα συμβάλλει στη πολιτιστική επανενεργοποίηση του. Κινητήρια δύναμη γιά την συνολική επαναδραστηριοποίηση είναι τόσο τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη αλλά και τα έμμεσα οφέλη από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής σε τοπικό επίπεδο.

Η απόδοση τιμής στους πόρους αυτούς μέσα από την αξιοποίηση τους θα πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα κριτήριο για την ορθολογική τους χρήση, δεδομένου ότι οι πόροι (περιβαλλοντικοί και πολιτιστικοί) είτε καταναλώνονται άμεσα από το πληθυσμό είτε χρησιμεύουν έμμεσα για τη διεύρυνση της παραγωγικής ικανότητας μιας περιοχής και τη δημιουργία πλούτου. Η αξιοποίηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη μέχρι σήμερα επικρατούσα λογική της δωρεάν χρήσης-κατανάλωσης της μεγάλης πλειοψηφίας των πόρων αυτών που είχε σαν αποτέλεσμα να αυξάνεται το ιδιωτικό όφελος των τουριστικών πρακτόρων και των τουριστών και το κόστος της συντήρησης, της προστασίας ή της υποβάθμισης τους να επιρρίπτεται στο κοινωνικό σύνολο.

Με την έννοια του πολιτιστικού πόρου δεν θεωρούμε στενά τα μνημεία, αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία που υπάρχουν σ'ένα τόπο αλλά οποιοδήποτε στοιχείο της καλλιτεχνικής και πνευματικής κληρονομιάς του. Αναφέρεται είτε σε παλαιότερη χρονική στιγμή είτε στο σήμερα, είτε έχει απλά μουσειακή αξία είτε αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής που χαρακτηρίζει το επίπεδο και τη ποιότητα του πολιτισμού ενός τόπου (και κατ'επέκταση της ανάπτυξης του) και συμβάλλει στο να γνωρίσει και να καταλάβει ο επισκέπτης το παρελθόν, το παρόν και την εξέλιξη του τόπου που επισκέπτεται. Ενδεχόμενα ο επισκέπτης θα μπορεί να συμμετάσχει στα δρώμενα εφόσον θα έχουν σχεδιαστεί με το κατάλληλο τρόπο.

Στους πολιτιστικούς πόρους κατατάσσονται:

- αρχαιολογικοί τόποι και μουσεία (περιλαμβανομένων και των βιομηχανικών)

- αρχιτεκτονική - ερείπια, διάσημα κτίρια, ολόκληρες πόλεις,

- τέχνη - γλυπτική, ζωγραφική, χειροτεχνία, festivals .....

- μουσική και χορός - κλασική, φολκλορική, σύγχρονη,

- θέαμα - θέατρο, κινηματογράφος, festivals

- σπουδή της γλώσσας και της λογοτεχνίας, περιηγήσεις, γεγονότα(happenings),

- κουζίνα, εκθέσεις και festivals φαγητού, τροφίμων και ποτών,

- το σύνολο ενός παραδοσιακού ή πρωτόγονου πολιτισμού.

Μέσα από αυτό το ευρύ φάσμα των πόρων που συναντά κανείς σε κάθε περιοχή χρειάζεται να γίνουν οι κατάλληλες επιλογές (ή συνδυασμός επιλογών) έτσι ώστε να δημιουργηθούν τα προϊόντα τα οποία θα την χαρακτηρίζουν και θα τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες.

Ως φυσικό περιβαλλοντικό πόρο στο χώρο του τουρισμού εννοούμε το σύνολο των γνωρισμάτων του φυσικού υποδοχέα που διαμορφώνουν την εικόνα μιας περιοχής και υποστηρίζουν τις λειτουργίες των ανθρωπίνων κοινωνιών.

Ο ευρύς αυτός ορισμός περικλείει επομένως και τις απόλυτες αξίες του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και τις σχετικές αξίες που προκύπτουν από τη χρήση των συνιστωσών του φυσικού περιβάλλοντος από την ανθρώπινη κοινωνία.

Στα πλαίσια της παρούσας προβληματικής ως πόροι δεν εκλαμβάνονται μόνο τα αβιοτικά χαρακτηριστικά του υποδοχέα (θάλασσα, γλυκά ύδατα, αέρας. ήλιος, επιφάνεια γης, perse κλπ). Αντίθετα, υπογραμμίζονται ως πόροι κυρίως τα βιολογικά - οικολογικά στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (πχ. είδη οργανισμών, γεωλογικοί σχηματισμοί, γεωμορφολογικές δομές, γεωγραφικές ιδιαιτερότητες των προηγουμένων κλπ), η απόλυτη αισθητική αξία του οικολογικού τοπίου, η σχετική οπτική αξία του οικολογικού τοπίου όπως διαμορφώνεται και από τις ανθρώπινες κατασκευές κλπ.

Θεωρούμε ότι η ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού βασίζεται αποκλειστικά στη κάλυψη του δυναμικού έλξης των "κρυφών" περιβαλλοντικών και πολιτιστικών πόρων καθώς και στη διατήρηση ή αύξηση της ποιότητας τους.

Οσον αφορά στους "κρυφούς" περιβαλλοντικούς πόρους, η Λέσβος έχει μια πολλαπλότητα επιλογών για τη δημιουργία νέων προϊόντων. Για παράδειγμα αναφέρουμε:

- παρατήρηση άγριας ζωής (birdwatching, botanical excursion)

- εκπαιδευτικές εφαρμογές σε:

- ήπιες τουριστικές χρήσεις υποδοχέα: πχ. ορεινή πεζοπορία, mountain bike, ναυταθλητισμός

- προβολή μη ορατού περιβάλλοντος: πχ. υποθαλάσσιες εκδρομές με ειδικά σκάφη

- μουσειακές οργανώσεις: πχ. οικoμουσεία, αναβιούμενες παραδοσιακές πρακτικές κλπ.

β) Στροφή προς τη ποιότητα με στόχο τόσο τις προσφερόμενες υπηρεσίες, δημόσιες και ιδιωτικές, όσο και το περιβάλλον, φυσικό και δομημένο.

Κάθε προϊόν που επιθυμεί να βρίσκεται στην αγορά και να απολαμβάνει της προτίμησης του καταναλωτικού κοινού σε τιμές που να εξασφαλίζουν τη σωστή αμοιβή των συντελεστών παραγωγής και την αναπαραγωγή τους (αναφέρουμε σαν παραδείγματα στη περίπτωση του τουρισμού την ανανέωση εξοπλισμού, την διαρκή εκπαίδευση προσωπικού, τις παρεμβάσεις προστασίας περιβάλλοντος κλπ) πρέπει μεταξύ των άλλων να παρέχει τουλάχιστον ένα ικανοποιητικό (ελάχιστο) επίπεδο ποιότητας.

Στη περίπτωση του τουριστικού προϊόντος η εξασφάλιση του ελαχίστου επιπέδου ποιότητας είναι εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία δεδομένης της ιδιαιτερότητας του. Το γεγονός ότι δεν αποτελεί ένα "προϊόν" ομοιογενές, αλλά συνδυασμό δραστηριοτήτων του πρωτογενή, του δευτερογενή και κυρίως του τριτογενή τομέα, και δεν παράγεται σε συγκεκριμένο χώρο αλλά διαχέεται σε όλο το τόπο υποδοχής, απαιτεί από όλους εμπλεκόμενους και μη στη παραγωγή του να ενσωματώσουν τη ποιότητα σε κάθε τους πράξη. Η ποιότητα του τουριστικού προϊόντος δεν εξασφαλίζεται με το να παρέχεται κατάλυμα, ή φαγητό, ή αναψυχή υψηλής ποιότητας, αλλά θα πρέπει να συνδυάζονται όλα τα παραπάνω με σωστές μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, εμπόριο, υπηρεσίες ύδρευσης-αποχέτευσης- αποκομιδής απορριμμάτων, υπηρεσίες πληροφόρησης, υγείας κλπ ενώ παράλληλα θα πρέπει το φυσικό και δομημένο περιβάλλον να χαρακτηρίζεται από την ίδια υψηλή ποιότητα, η ηχορύπανση και η οπτική ρύπανση (πχ. ταμπέλες, πλαστικές καρέκλες κλπ) να μην βρίσκονται σε ενοχλητικά επίπεδα.

Με λίγα λόγια θα πρέπει όλη η κοινωνία του χώρου υποδοχής να οργανώνεται και να δρά με τέτοιο τρόπο που, αν μη τι άλλο, να μην βλάπτει το τουρισμό (να μην δημιουργεί αρνητικές εξωτερικές οικονομίες). Με το τουρισμό μια περιοχή προβάλλει όχι μόνο το επίπεδο της οικονομικής της ανάπτυξης αλλά και το πολιτιστικό της επίπεδο. Η περιοχή μπορεί να επωφεληθεί πολλαπλά από τη τουριστική ανάπτυξη αφού ο σωστά οργανωμένος τουρισμός δημιουργεί σημαντικές θετικές εξωτερικές οικονομίες στο σύνολο της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας (πχ. ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων ή διατήρηση παλαιών που φθίνουν εξ αιτίας της τουριστικής ζήτησης, κατασκευή υποδομών για τουριστικούς λόγους που είναι "γενικής χρήσης"). Κατά συνέπεια χρειάζεται ένα ελάχιστο επίπεδο συναίνεσης όλων των μελών της κοινωνίας στο πως θα αναπτυχθεί ο τουρισμός.

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε τις αναγκαίες παρεμβάσεις σε δύο κατηγορίες:

- εκείνες που αναβαθμίζουν τις υπηρεσίες

- εκείνες που αναβαθμίζουν ή τουλάχιστον δεν υποβαθμίζουν το περιβάλλον (το περιβάλλον θεωρούμενο ως υποδοχέας των "αποβλήτων" του παραγωγικού συστήματος) μέσα στη λογική της προσέγγισης της συντηρούμενης ανάπτυξης

Και στις δύο κατηγορίες υπάρχουν παρεμβάσεις μικρής εμβέλειας και κόστους (πχ. σήμανση, ανάδειξη μνημείων, καθορισμός χώρων στάθμευσης), άλλες που απαιτούν επανασχεδιασμό λειτουργιών (πχ. αποκομιδή απορριμμάτων, δίκτυο τραπεζικών υπηρεσιών, δημόσιες συγκοινωνίες), άλλες απαιτούν τη κατασκευή υποδομών μεγάλου κόστους (πχ. τηλεπικοινωνίες, δίκτυα αποχέτευσης), άλλες μακροχρόνιο σχεδιασμό και χρονοβόρες διαδικασίες (πχ. χωροταξικά σχέδια, εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού).

Ιδιαίτερα σε ότι αφορά στο περιβάλλον, η προσοχή που δείχνει η κοινή γνώμη σε θέματα ποιότητας και προστασίας του, υποχρεώνουν τις τουριστικές περιοχές να λαμβάνουν υπόψη τους τις επιπτώσεις της τουριστικής ανάπτυξης και να επιχειρούν την ελαχιστοποίηση τους. Αναφέρουμε το παράδειγμα των "γαλάζιων σημαιών" που έχει αποτελέσει ένα τρόπο ελέγχου περιβαλλοντικής ποιότητας και έμμεσης διαφήμισης των περιοχών. Βλέπουμε λοιπόν ότι η οικολογική σήμανση (eco-labeling), που ήδη έχει εισχωρήσει στην αγορά των αγαθών, να διεισδύει και σ'εκείνη των υπηρεσιών. Επομένως όσες περιοχές διαχειρίζονται τη τουριστική ανάπτυξη και τους περιβαλλοντικούς τους πόρους μέσα στη λογική της "συντηρούμενης ανάπτυξης" βρίσκονται να έχουν σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές.

Με δεδομένη τη πολυπλοκότητα του τουριστικού προϊόντος μπορούμε να έχουμε είτε μεμονωμένα οικολογικά προϊόντα (πχ. οικολογικά τοπικά τρόφιμα που καταναλώνονται από τους τουρίστες) ή υπηρεσίες (πχ. ξενοδοχεία που έχουν κατασκευαστεί και εξοπλιστεί με υλικά που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον, έχουν συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας και νερού, διαχειρίζονται τα απόβλητα τους, χρησιμοποιούν ανακυκλωμένο χαρτί κλπ) είτε συνολικά τουριστικά προϊόντα με την έννοια ότι η συγκεκριμένη περιοχή διαχειρίζεται σωστά τη τουριστική της ανάπτυξη από τη περιβαλλοντική σκοπιά (πχ. δείκτες τουριστικής πυκνότητας, εφαρμογή πολεοδομικών διατάξεων).

Από τις παραπάνω παρεμβάσεις ορισμένες εμπίπτουν σε αρμοδιότητες τοπικών φορέων και άλλες σε αρμοδιότητες κεντρικών, ενώ τέλος άλλες αφορούν κατευθείαν τις παραγωγικές μονάδες και τα μέλη των τοπικών κοινωνιών. Η υλοποίηση τους μπορεί να ενταχθεί σε εθνικά, περιφερειακά ή τοπικά προγράμματα καθώς και σε ειδικές δράσεις με τη προϋπόθεση ότι υπάρχει κάποιος φορέας που παρακολουθεί συνολικά και παρεμβαίνει διορθωτικά όταν υπάρχει ανάγκη. Ο ίδιος φορέας (πχ. Οργανισμός Τουρισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης) θα πρέπει να έχει επίσης στην ευθύνη του σχεδιασμού και της προώθησης των νέων τουριστικών προϊόντων στα οποία αναφερθήκαμε στη προηγούμενη παράγραφο δεδομένου ότι τα δύο αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του ίδιου στόχου: της τουριστικής ανάπτυξης.

Αν και η επίτευξη των παραπάνω στόχων απαιτεί μακροχρόνια δράση, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδιάμεσα στάδια και στόχοι που μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα. Η προώθηση συγκεκριμένων δράσεων είναι απαραίτητη για δύο λόγους:

- χρειάζεται άμεση βελτίωση της τουριστικής εικόνας της Λέσβου

- χρειάζεται να προωθηθεί άμεσα δέσμη έργων για ένταξη σε κοινοτικά προγράμματα

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα δράσης άμεσου χαρακτήρα που αφορά τη προώθηση τοπικών προϊόντων. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους όπως:

- μέσα από διαφημιστικό υλικό,

- οργάνωση εβδομάδων προβολής προϊόντων,

- προώθησης προϊόντων σε εστιατόρια-ξενοδοχεία,

- προώθηση τοπικής κουζίνας και τοπικών προϊόντων γενικότερα με καθιέρωση ειδικού χώρου στους τιμοκαταλόγους, έκδοση οδηγού τοπικής κουζίνας κλπ

- οργάνωση εκθετηρίων και επισκέψεων στους χώρους παραγωγής

- οργάνωση μαθημάτων και διαγωνισμών

Αντίστοιχα θα μπορούσα να υπάρξουν δέσμες μέτρων και παρεμβάσεων σε όλους τους τομείς που θα συνέβαλαν στη ποιοτική αναβάθμιση και στην αύξηση των ωφελειών γιά τη τοπική κοινωνία

Σαν παραδείγματα εξειδίκευσης της πρότασης ανάπτυξης περιβαλλοντικού και πολιτιστικού τουρισμού μπορούμε να αναφέρουμε:

- την ανάδειξη του υδροβιότοπου Ντίπι-Λάρσου με βάση τη μελέτη του καθ. Α.Τρούμπη

- τη δημιουργία δικτύου πολυκέντρων Λέσβου με βάση την πρόταση που ακολουθεί

- την ανάπτυξη δικτύου ιαματικών πηγών

Οι παραπάνω μορφές τουρισμού που προτείνονται δεν αποκλείουν άλλες μορφές πχ. αγροτοτουρισμός, θρησκευτικός τουρισμός κλπ που μπορούν να δρουν παράλληλα και συμπληρωματικά. Δίνουν όμως το στίγμα της τουριστικής Λέσβου, συμβάλλουν στην δημιουργία μιας ξεχωριστής εικόνας που είναι τόσο απαραίτητη και ταυτόχρονα βάζουν τις βάσεις για συντηρούμενη τουριστική ανάπτυξη.

Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν με ποιο τρόπο μπορούν να προστατευτούν και ταυτόχρονα να αναδειχθούν και να αξιοποιηθούν (με την οικονομική έννοια του όρου) στοιχεία της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Λέσβου, όχι βέβαια αποκομμένα από ότι άλλο υπάρχει ή συμβαίνει στο νησί αλλά σε συνδυασμό μ’αυτά. Παράλληλα δίνουν διέξοδο σε χρόνια προβλήματα του ελληνικού τουρισμού όπως η εποχικότητα, η χωρική συγκέντρωση, η ομοιομορφία του προϊόντος, η χαμηλή ποιότητα κλπ, εφόσον επιτρέπουν την αξιοποίηση πόρων σε μέρη της Λέσβου με μικρή ή ανύπαρκτη τουριστική ανάπτυξη και αφορούν μορφές τουρισμού που δεν αναπτύσσονται υποχρεωτικά στη καλοκαιρινή περίοδο. Επίσης οι προβλεπόμενες δραστηριότητες είναι περιορισμένης κλίμακας, με μικρές εγκαταστάσεις έτσι ώστε να είναι προσαρμοσμένες στη κλίματα των χώρων στους οποίους θα αναπτυχθούν.

Βέβαια οι ενέργειες αυτές θα πρέπει να συνοδεύονται από κατάλληλη προβολή και προώθηση της νέας τουριστικής εικόνας και των διαφορετικών τουριστικών προϊόντων στις αγορές προέλευσης τουριστών, όχι απαραίτητα τις ίδιες με εκείνες που μας προμηθεύουν μαζικό τουρισμό χαμηλής ποιότητας.

Η υλοποίηση των παραπάνω απαιτεί τη δημιουργία ειδικών νομικών προσώπων της Ν.Α. σχεδιασμού και υλοποίησης πολιτικής με την εμπλοκή τοπικών και επαγγελματικών φορέων όπως πχ. Οργανισμός Τουρισμού Λέσβου για συντονισμό της δράσης που καλύπτει το τουριστικό κλάδο - που ας σημειωθεί δεν “εποπτεύεται” από καμία νομαρχιακή υπηρεσία μέχρι σήμερα - και Οργανισμός Πολιτισμού (ή Πολυκέντρων) Λέσβου που θα μπορούσε να αναλάβει είτε το συντονισμό όλης της πολιτιστικής δράσης ή μόνο αυτής των πολυκέντρων ανάλογα με την απόφαση της Ν.Α. Να υπογραμμιστεί ότι ούτε για το πολιτισμό υπάρχει μέχρι σήμερα κάποια υπηρεσία σε νομαρχιακό επίπεδο.

4. ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΛΥΚΕΝΤΡΩΝ ΛΕΣΒΟΥ: ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΜΕ ΣΤΟΧΟ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

4.1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΛΥΚΕΝΤΡΑ

Κτίρια που ενσωματώνουν μέρος της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της Λέσβου. Δείγματα επιτυχούς αξιοποίησης ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου και διατήρησης τμήματος της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου με αλλαγή στη χρήση του που είναι σήμερα κυρίως πολιτιστική.

Σήμερα λειτουργούν 4 πολύκεντρα (Αγ.Παρασκευή, Μανταμάδος, Πλωμάρι και Πολυχνίτος) ενώ ολοκληρώνονται οι εργασίες στο πολύκεντρο Αγιάσου.

Ανάλογα με τους χώρους που διαθέτει κάθε πολύκεντρο έχουν δημιουργηθεί:

- αίθουσα πολλαπλών χρήσεων για εκδηλώσεις

- άλλες αίθουσες ή γραφεία για χρήση από τοπικούς πολιτιστικούς φορείς

- καταλύματα για φιλοξενία ξένων αποστολών που έρχονται για εκδηλώσεις ή παρεπιδημούντων

- αναψυκτήριο/bar

Η ύπαρξη υπολειμμάτων του εξοπλισμού των εργοστασίων σε ορισμένα από τα πολύκεντρα τους δίνει "μουσειακή όψη" που δεν έχει καθόλου αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα.

Μεγάλη διαφοροποίηση υπάρχει μεταξύ τους τόσο σε ότι αφορά τους διαθέσιμους χώρους στο κυρίως κτίριο όσο και την ύπαρξη άλλων κτιρίων και εξωτερικών χώρων, οπότε δεν είναι δυνατή η ενιαία αντιμετώπιση όλων των περιπτώσεων.

Το βασικό πρόβλημα των πολυκέντρων είναι η υπολειτουργία τους που οφείλεται:

α) στην έλλειψη και του στοιχειώδους προσωπικού

β) στην αδυναμία σχεδιασμού εκδηλώσεων υπερτοπικού χαρακτήρα

γ) στην έλλειψη πόρων που θα φανεί έντονα όταν θα υπάρξει ανάγκη για επισκευές

Τα παραπάνω οδηγούν στην ανάγκη συνεργασίας των πολυκέντρων έτσι ώστε να δρομολογηθεί μια διαφορετική λογική στη χρήση τους που θα μπορέσει να λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν (οικονομικό, υπολειτουργία) και να τα καταστήσουν σημεία αναφοράς όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά και στο επίπεδο του νησιού.

4.2. ΠΡΟΤΑΣΗ

Προτείνεται να γίνουν τα πολύκεντρα:

  1. Κέντρα τουριστικής έλξης με τη δημιουργία θεματικών "μουσειακών χώρων" κάτω από το γενικό τίτλο "η Λέσβος του χθες και του σήμερα" συμβάλλοντας με το τρόπο αυτό και με τη νέα τους χρήση στην ανάπτυξη της Λέσβου
  2. Κέντρα δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων υπερτοπικού χαρακτήρα με στόχο τη προσέλκυση δραστηριοτήτων που θα έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον και θα προσελκύουν ανθρώπους έξω από την άμεση ζώνη επιρροής τους
  3. Κέντρα λαϊκής επιμόρφωσης και πολιτιστικής δημιουργίας με κεντρικό άξονα την "ανακάλυψη" του παρελθόντος του νησιού και τη σύνδεση του με το παρόν και το μέλλον.

Η λειτουργία των πολυκέντρων με τη μορφή αυτή υπακούει στην ανάγκη διαφορετικής αντιμετώπισης της ανάπτυξης ενός τόπου απ'ότι γίνεται μέχρι σήμερα:

- πρώτα απ'όλα με βάση την ανάγκη για κινητοποίηση του τοπικού δυναμικού (άψυχου και έμψυχου)

- δεύτερο αντιλαμβανόμενοι την ανάγκη για διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος ακολουθώντας τις εξελίξεις της διεθνούς αγοράς που περνά μέσα από την αξιοποίηση και ανάδειξη της πολιτιστικής ταυτότητας (παλαιότερης και σύγχρονης) και του περιβάλλοντος (φυσικού και δομημένου)

- τρίτο με τη συνειδητοποίηση ότι το πολιτιστικό επίπεδο ενός τόπου συμβάλλει καθοριστικά και διαχρονικά στην ανάπτυξη του

Με βάση το παραπάνω σκεπτικό κάθε πολύκεντρο θα δραστηριοποιείται γύρω από ένα κύριο άξονα που θα είναι η παρουσίαση μιας πτυχής πολιτισμού και ιστορίας της Λέσβου, ενώ παράλληλα θα οργανώνονται και άλλες δραστηριότητες συμπληρωματικές ή όχι με τη κεντρική. Είναι προφανές ότι δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων του κάθε πολύκεντρου σε ότι αφορά το διαθέσιμο χώρο (κυρίως κτίριο, άλλα κτίσματα, υπαίθριος χώρος) και τη ζώνη στην οποίο βρίσκεται (τουριστική, με διερχόμενο τουρισμό, μη τουριστική) η αξιοποίηση δεν θα έχει παντού την ίδια μορφή.

Θα πρέπει όμως να έχει τον ίδιο στόχο και για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός τόσο σε πολιτικό, όσο και σε τεχνοκρατικό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τοπικές ιδέες και πρωτοβουλίες δεν θα λαμβάνονται υπόψη. Ομως πρέπει να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι είναι απαραίτητο όπως όλη η δουλειά να χαρακτηρίζεται από επαγγελματισμό δεδομένου ότι η πλειοψηφία των υπηρεσιών που θα αναπτυχθούν θα προσφέρονται με αμοιβή.

Τα θέματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ανάδειξης είναι: (ο κατάλογος είναι ενδεικτικός)

- βιομηχανική Λέσβος * ούζο (+ ιστορία της βιομηχανίας στη Λέσβο ή στο Β.Αιγαίο)

* λάδι

* αλυκές και περιβάλλον (βιότοποι)

- αγροτική Λέσβος * ελιά - κτηνοτροφία - αγροτική αρχιτεκτονική

- καλλιτεχνική Λέσβος * χειροτεχνία (αγγειοπλαστική, ξυλογλυπτική, κεντήματα κλπ), εικαστικές τέχνες, μουσική

- η Λέσβος των γραμμάτων * επιφανείς Λέσβιοι του πολιτισμού χθες και σήμερα

- η ιστορία της Λέσβου * τα κτίσματα διηγούνται: από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα (δυνατότητα για πολλές υπο-ενότητες)

πχ. βιομηχανικά κτίρια

ενετικά κάστρα

νεοκλασική Λέσβος: τα εκπαιδευτήρια

Η ανάδειξη των παραπάνω θα πρέπει να μην περιορίζεται στα αυστηρά θεματικά πλαίσια αλλά να αναδεικνύει τις προεκτάσεις και διασυνδέσεις που είχαν και έχουν στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου (πχ. διατροφή, ήθη-έθιμα, αρχιτεκτονική, τέχνες κλπ) ή της ευρύτερης περιφέρειας με χρήση όλων των εποπτικών μέσων που υπάρχουν στη διάθεση μας σήμερα (εικόνα, ήχος, Η/Υ, μακέτες, έντυπο υλικό).

Ο τρόπος ανάδειξης θα διαφέρει από κέντρο σε κέντρο εξ αιτίας τόσο των ιδιαιτεροτήτων κάθε πολυκέντρου όπως αναφέραμε παραπάνω, όσο και από το διαθέσιμο υλικό σε κάθε θέμα. Για το λόγο αυτό η επιλογή του θέματος για κάθε πολύκεντρο πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο με βάση την "εξειδίκευση" της περιοχής αλλά και με τις δυνατότητες σωστής αξιοποίησης του θέματος.

Παράλληλα θα πρέπει να υπάρξουν δραστηριότητες που να "δένουν" με τα θέματα που θα επιλεγούν και να συνδέουν το χθες με το σήμερα και το αύριο.

Για παράδειγμα στο πολύκεντρο που θα έχει σαν θέμα "αλυκές και περιβάλλον" θα μπορεί να αναπτυχθεί σε συνεργασία με το Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου κύκλος καλοκαιρινών μαθημάτων (summer courses) με θέματα σχετικά με το περιβάλλον ή/και τα νησιά.

Ακόμη στο πολύκεντρο που θα έχει σχέση με τα γράμματα θα μπορεί να οργανώνονται μαθήματα ελληνικών, ελληνικής τέχνης, μουσικής, χωρών, μαγειρικής κλπ σε τουρίστες και σε ελληνόπουλα δεύτερης και τρίτης γενιάς. Επίσης συνέδρια με βάση τα ελληνικά γράμματα και το πολιτισμό γενικότερα και τη διάδοση του θα μπορούσαν να οργανώνονται σε περιοδική βάση σε συνδυασμό με τη δημιουργία κέντρου μελέτης των λεσβίων λογίων.

Η συντήρηση και η επαναχρησιμοποίηση παλαιών κτιρίων, με έμφαση στα βιομηχανικά, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα άλλο θέμα δραστηριοποίησης.

Η προβολή και η διάθεση των σύγχρονων προϊόντων της Λέσβου στο πρωτογενή, δευτερογενή αλλά και στο τριτογενή τομέα και των πλεονεκτημάτων τους θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε συνεργασία με τους αντίστοιχους αρμόδιους φορείς και ιδιώτες παραγωγούς. Η δραστηριότητα αυτή θα μπορεί να αποτελεί μια σημαντική πηγή εσόδων για το πολύκεντρο χωρίς όμως να αλλοιώνει το βασικό του χαρακτήρα.

Επίσης δεν θα πρέπει να λησμονηθούν οι πολιτιστικές εκδηλώσεις-θεάματα που θα σχετίζονται είτε με κάποιο θέμα πολύκεντρου είτε με κάποιο άλλο θέμα που έχει σήμερα σημαντική δραστηριότητα στο νησί. Παράδειγμα φεστιβάλ μελοποιημένων ποιημάτων ή ζωγραφικής, ή λογοτεχνίας κλπ όπου θα συνδυάζεται η έρευνα με το θέαμα, συνδέοντας μάλιστα την επιλογή της Μυτιλήνης σαν μιας από τις πόλεις στο εθνικό πολιτιστικό δίκτυο πόλεων που ανακοίνωσε το ΥΠΠΟ.

Τέλος τα πολύκεντρα θα μπορούν να διαδραματίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στη λαϊκή επιμόρφωση αφού θα μπορούν να φέρνουν τους κατοίκους του νησιού και ιδιαίτερα τους μαθητές κοντά στην ιστορία και στο γίγνεσθαι του νησιού. Με το τρόπο αυτό τα πολύκεντρα θα αποτελούν πόλους έλξης και κατά τη μη τουριστική περίοδο, ενώ παράλληλα θα είναι ανοικτά και για τους μεμονωμένους τουρίστες.

Τα όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα δείχνουν ανάγλυφα ότι η λειτουργία των πολυκέντρων μπορεί να πάρει νέα διάσταση με πολλαπλούς στόχους:

- δημιουργία πυρήνων πολιτιστικής δημιουργίας που να υπερβαίνει τα σημερινά σχήματα που είναι ερασιτεχνικά, χωρίς σχεδιασμό και καθαρά τοπικού χαρακτήρα.

- την ανάπτυξη γνώσης γύρω από τη πολιτιστική και ιστορική ταυτότητα του νησιού γενικά και των επιμέρους περιοχών του με τη δημιουργία εκθεσιακού και άλλου εποπτικού υλικού,

- τον εμπλουτισμό του "νησιωτικού προϊόντος" της Λέσβου με την ανάδειξη στοιχείων της ταυτότητας του νησιού που να υπερβαίνουν τη μέχρι σήμερα "φολκλορική" διάσταση,

- την άμεση ή έμμεση προώθηση της σύγχρονης παραγωγής της Λέσβου

- την οργάνωση εκδηλώσεων και άλλων δραστηριοτήτων υπερτοπικού χαρακτήρα που θα μπορούν να προσελκύουν θεατές ειδικά γι'αυτές,

- τη προσέλκυση συνεδριακού τουρισμού σε χώρους με "χαρακτήρα", όπου όμως θα πρέπει να εξασφαλίζονται όλες οι προϋποθέσεις για άψογη οργάνωση.

Επίσης δείχνει ότι χρειάζεται πλήρη αναθεώρηση της μέχρι σήμερα λογικής του "ερασιτεχνισμού" και της "δωρεάν παροχής". Χρειάζεται ανθρώπους με γνώσεις και μεράκι, "επαγγελματίες" με τη σωστή έννοια του όρου που θα στήσουν και θα εξελίσσουν και θα εμπλουτίζουν συνέχεια τα πολύκεντρα και τις λειτουργίες τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δραστηριότητες που υπάρχουν μέχρι σήμερα θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Αντίθετα πιστεύουμε ότι και αυτές θα επηρεαστούν και θα αναβαθμιστούν σταδιακά δεχόμενες τις σχετικές επιδράσεις από τη νέα "ατμόσφαιρα" που θα δημιουργηθεί.

Η δυσκολία υλοποίησης των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω δεν θα πρέπει να φοβίσει εκείνους που θα πάρουν τις αποφάσεις. Αποτελούν το τελικό, μακροχρόνιο και ίσως ιδανικό στόχο που όμως θα πρέπει να καθοδηγεί από τα πρώτα βήματα όσους εμπλακούν με αυτά. Η ποιότητα, η πολυπλοκότητα και η διαπλοκή των δράσεων αποτελούν τα εχέγγυα της επιτυχίας.

Η δημιουργία του δικτύου των πολυκέντρων δεν αποκλείει τις συνεργασίες με άλλους τοπικούς φορείς που δραστηριοποιούνται σε ανάλογα αντικείμενα (πχ. συνεδριακός τουρισμός, προώθηση τοπικών προϊόντων, προώθηση τουρισμού, καλλιτεχνική δημιουργία). Αντίθετα είναι απαραίτητες οι συνεργασίες με στόχο να βρεθούν και να αξιοποιηθούν οι συμπληρωματικότητες και να ελαχιστοποιηθούν οι τριβές λόγω πιθανού ανταγωνισμού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ενίσχυση ειδικών μορφών τουρισμού θα πρέπει - ειδικά όταν αναφερόμαστε σε νησιωτικές περιοχές που στη μεγάλη τους πλειοψηφία αντιμετωπίζουν αναπτυξιακά προβλήματα - να εξετάζεται σε σχέση με τρεις παραμέτρους:

 

Βιβλιογραφία

Briassoulis H. - Van der Straaten J. (ed), Tourism and the environment. Regional, economic and policy issues, Kluwer Academic Publishers, London, 1992

Cappellin R., The role of cultural and natural recources in the regional development strategy, in Konsola D.(ed), Culture, environment and regional development, op.cit., p.11-18

Coccossis H. - Parpairis A., Tourism and the environment: some observations on the concept of carrying capacity, in Briassoulis H - Van der Straaten, op.cit. p.23-34

Κοκκώσης Χ., Προοπτικές για το σχεδιασμό στο μέλλον, Συνέδριο “Τουρισμός και Περιβάλλον”, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Μόλυβος, Οκτώβριος 1992

Konsola D. (ed), Culture, environment and regional development, Contributions to the 6th workshop of the Joint Program on Regional Studies in Southern Europe, Regional Development Institute, May 1992

Lozato-Giotard J.P., Mediterrannιe et tourisme, Masson, Paris, 1990

Mathieson A. - Wall G., Tourism. Economic, physical and social impacts, Longman, N.York, 1988

Sofoulis K - Spilanis I., Pour une stratιgie de dιveloppement insulaire, Rιvue de l΄Economie Mιridionale, n° 163, vol.41, 1993, p.33-44

Σπιλάνης Γ. “Νησιωτική ανάπτυξη και δίκτυα συνεργασίας των νησιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας”, Περιοδικό Τόπος, τ.6, 1993, σ.5-27

Spilanis I, Les tιrritoires en marge: le cas des ξles, Rιvue L΄Evιnement Europιen, n° 21, 1993, p.169-179

Spilanis I., Tourisme et dιveloppement rιgional: le cas des ξles, Les Cahiers de l΄IDIM, 1993, p.39-51

Σπιλάνης Γ., Το πλαίσιο μιας πολιτικής για τα ευρωπαϊκά νησιά: η περίπτωση των νησιών του Αιγαίου, Μυτιλήνη, 1994, σ.31, (υπό δημοσίευση)

Turner K. - Pearce D - Bateman I., Environmental Economics, Harvester Wheatsheaf, London, 1994, p.14