3. ΔΙΑΛΟΓΙΚΑ ΥΠΟΝΟΗΜΑΤΑ[1]

Jenny Thomas

 

 3.1  Εισαγωγή

Στο προηγούμενο κεφάλαιο συζητήσαμε τη σχέση μεταξύ έννοιας και ισχύος, μεταξύ αυτού που λένε οι ομιλητές και αυτού που σημαίνουν τα λόγια τους. Εδώ θα ερευνήσουμε αυτή τη σχέση περαιτέρω. Κοιτάξτε τα τρία παραδείγματα που ακολουθούν:

 

Παράδειγμα 1

Από άρθρο εφημερίδας.

Ένα πεντάχρονο κοριτσάκι που παρασύρθηκε από τα κύματα σε πολυσύχναστη παραλία σώθηκε από βέβαιο πνιγμό με τη βοήθεια ηλικιωμένου.

 

Παράδειγμα 2

«Και μην ξεχνάς πως έχουν ακριβύνει πολύ τα τηλέφωνα», είπε εκείνη, υπονοώντας ότι η Λουίζα είχε μιλήσει ήδη αρκετά. «Θα τα πούμε», είπε η Λουίζα, κλείνοντας το τηλέφωνο, σκεπτόμενη ότι χρειάζεται να είναι κανείς πλούσιος για να υπενθυμίζει στους άλλους το λογαριασμό.

 

Παράδειγμα 3

Αργά την παραμονή των Χριστουγέννων ένα ασθενοφόρο πηγαίνει να πάρει έναν άνδρα που κατέρρευσε στο κέντρο της πόλης. Ο άνδρας είναι μεθυσμένος και κάνει εμετό πάνω στον τραυματιοφορέα που σπεύδει να τον βοηθήσει. Ο τραυματιοφορέας λέει:

Ωραιότατα, τέλειο ήταν αυτό! Μου έφτιαξες την ημέρα, φίλε!

 

Στο παράδειγμα 1 ο δημοσιογράφος λέει ακριβώς αυτό που εννοεί, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο. Η ομιλήτρια στο παράδειγμα 2 εννοεί περισσότερα από όσα λέει· λέγοντας: Και μην ξεχνάς πως έχουν ακριβύνει πολύ τα τηλέφωνα, υπαινίσσεται ότι θέλει να κλείσει την τηλεφωνική συνομιλία. Στο παράδειγμα 3 ο τραυματιοφορέας εννοεί ακριβώς το αντίθετο από αυτό που λέει. Καμία από αυτές της περιπτώσεις δεν είναι γλωσσικά ασυνήθιστη· ακόμη και η πιο τυχαία παρατήρηση ανθρώπων που συνομιλούν (και για να γίνει κανείς καλός πραγματολόγος πρέπει να μάθει να κρυφακούει!) θα σας δώσει παρόμοια παραδείγματα. Υπάρχουν φορές που οι άνθρωποι λένε (ή γράφουν) ακριβώς αυτό που εννοούν, αλλά γενικά δεν είναι εντελώς σαφείς. Δεδομένου ότι, σε εκείνες τις άλλες περιπτώσεις, καταφέρνουν να μεταφέρουν πολύ περισσότερα από όσα σημαίνουν οι λέξεις που χρησιμοποιούν, ή και κάτι πολύ διαφορετικό από τη σημασία των λέξεών τους, πώς γνωρίζουμε, σε κάθε περίπτωση, τι εννοεί ο ομιλητής; Διότι, γενικά, όντως επικοινωνούμε με μεγάλη επιτυχία. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσω τη δουλειά του H. Paul Grice, ο οποίος επιχείρησε να εξηγήσει, μέσω ενός συνόλου κοινών κανόνων ή συμβάσεων, πως οι ικανοί χρήστες της γλώσσας καταφέρνουν να συνεννοούνται.

 

3.2  H. P. Grice

Ο H. P. Grice  εργάστηκε με τον J. L. Austin στην Οξφόρδη στα 1940 και 1950 και η δουλειά του για την αρχή της συνεργασίας (cooperative principle, ενότητα 3.5) εντάσσεται στην ίδια παράδοση· στην φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας. Όπως ο Austin πριν από εκείνον, έτσι και ο Grice κλήθηκε στο Πανεπιστήμιο Harvard και έδωσε διαλέξεις (William James Lectures). Σε εκείνες τις διαλέξεις, το 1967, σκιαγράφησε για πρώτη φορά τη θεωρία των υπονοημάτων του (μια πιο σύντομη εκδοχή δημοσιεύτηκε το 1975 ως άρθρο με τον τίτλο ‘Logic and Conversation’). Σε άρθρα που εκδόθηκαν το 1978 και το 1981 ο Grice επέκτεινε την προηγούμενη δουλειά του, αλλά ποτέ δεν ανέπτυξε εντελώς τη θεωρία του—υπάρχουν πολλά κενά και ασυνέπειες στα γραπτά του. Παρόλα αυτά, το έργο του αυτό—πρόχειρο, πολλές φορές προβληματικό και συχνά παρεξηγημένο—αποδείχτηκε μια από τις θεωρίες με την μεγαλύτερη επιρροή στην ανάπτυξη της πραγματολογίας. Στο κεφάλαιο 2 είδαμε πως ο Austin έκανε τη διάκριση μεταξύ αυτού που λένε οι ομιλητές και αυτού που εννοούν. Η θεωρία του Grice προσπαθεί να εξηγήσει πώς ο ομιλητής φτάνει από αυτά που λέγονται σε αυτά που εννοούνται, από το επίπεδο του εκπεφρασμένης σημασίας στο επίπεδο της υπονοούμενης σημασίας.

 

3.3  Υπονοήματα (implicature)

Οι πρόσθετες ή και διαφορετικές σημασίες που παρατηρήσαμε στα παραδείγματα 2 και 3 μεταφέρονται μέσω υπονοημάτων. Ο Grice διέκρινε δύο διαφορετικά είδη υπονοημάτων: τα συμβατικά υπονοήματα (conventional implicatures) και τα διαλογικά υπονοήματα (conversational implicatures). Αυτά έχουν από κοινού την ιδιότητα ότι μεταδίνουν (ή μεταφέρουν) ένα επιπλέον επίπεδο σημασίας, πέρα από τη σημασιολογική σημασία των λέξεων που εκφωνούνται. Διαφέρουν όμως μεταξύ τους διότι στην περίπτωση των συμβατικών υπονοημάτων μεταδίδεται πάντοτε το ίδιο υπονόημα, ασχέτως συμφραζομένων, ενώ στην περίπτωση των διαλογικών υπονοημάτων αυτό που υπονοείται ποικίλει ανάλογα με τα συμφραζόμενα του εκφωνήματος.

 

3.3.1        Συμβατικά υπονοήματα

Υπάρχουν σχετικά λίγα παραδείγματα συμβατικών υπονοημάτων. Ο Levinson (1983: 127) δίνει μόνο τέσσερα (για τα αγγλικά) που έχουν αντίστοιχη απόδοση στα ελληνικά, όπως: αλλά (but), ακόμη και (even), άρα (therefore), ακόμη (yet)—σε αυτά μπορούμε να προσθέσουμε μερικές χρήσεις του για (for), όπως στο: Παίζει καλό σκάκι, για κορίτσι). Κοιτάξτε το παρακάτω παράδειγμα:

 

Παράδειγμα 4

… τραύλιζε, ήταν ανύπαντρος αλλά καθόλου χαζός.

 

Παρατηρήστε ότι ενώ δεν δηλώνεται σαφώς ότι οι ανύπαντροι άνθρωποι (ή ίσως και οι άνθρωποι που τραυλίζουν) είναι χαζοί, η λέξη αλλά σαφώς υπονοεί πως έτσι έχουν τα πράγματα. Η λέξη αλλά μεταφέρει το υπονόημα ότι αυτά που την ακολουθούν είναι αναπάντεχα. Αυτή η έννοια της λέξης αλλά μεταφέρει πάντοτε αυτό το υπονόημα άσχετα με τα συμφραζόμενα στα οποία απαντά (π.χ., οι φίλοι μου είναι φτωχοί αλλά τίμιοι, είναι μικρό αλλά καλοσχηματισμένο). Και στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι αντιδρούν άμεσα σε τέτοια συμβατικά υπονοήματα, όπως στο παράδειγμα 5:

 

Παράδειγμα 5

Η ηθοποιός Kathleen Turner συζητά το πώς βλέπει η βιομηχανία του θεάματος τις γυναίκες:

 

‘Συχνά τα στούντιο μου στέλνουν αποσπάσματα από σενάρια που φτιάχνουν… και πήρα ένα, που το έστειλα έξαλλη πίσω, γιατί έλεγε «η κεντρική ηρωίδα είναι 37 ετών αλλά είναι ακόμη γοητευτική.» Έβαλα το αλλά σε κύκλο με κόκκινο στυλό και τους έστειλα πίσω λέγοντας «Προσπαθήστε ξανά!»’

 

3.3.2        Διαλογικά υπονοήματα

Τα παραπάνω έρχονται σε αντίθεση με το υπονόημα που δημιουργείται στο παράδειγμα 3. Θα ήταν παράλογο να ισχυριστούμε ότι το εκφώνημα Ωραιότατα, τέλειο ήταν αυτό! Μου έφτιαξες την ημέρα, φίλε! δημιουργεί πάντοτε το υπονόημα ότι ο ομιλητής είναι έξαλλος επειδή κάποιος έκανε εμετό επάνω του! Σε άλλες περιπτώσεις ένα άτομο που παράγει αυτό το εκφώνημα μπορεί κάλλιστα να εκφράζει γνήσιο ενθουσιασμό για ένα δώρο ή ένα γεγονός, ή και αγωνία επειδή ο σκύλος του έφαγε το ψητό για τους καλεσμένους του. Αυτός ο τύπος υπονοήματος, τον οποίο ο Grice ονόμασε (συγκεκριμένο) διαλογικό υπονόημα (particularized conversational implicature) προκύπτει μόνο σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα.

 

3.3.3        Υπονόημα και συναγωγή (inference)

Πριν προχωρήσουμε στη θεωρία των διαλογικών υπονοημάτων του Grice, θα ήθελα να κάνω, εμβόλιμα, μια συζήτηση για τη διαφορά μεταξύ υπονοήματος και συναγωγής, μεταξύ των εννοιών υπονοώ (imply) και συνάγω (infer). Υπάρχουν δύο λόγοι γι αυτό. Ο σημαντικότερος είναι ότι η σύγχυση μεταξύ των δύο αυτών επιπέδων ερμηνείας βρίσκεται στο επίκεντρο κάποιων παρανοήσεων της θεωρίας του Grice. Ο δεύτερος είναι ότι στη Βρετανία και αλλού στον αγγλόφωνο κόσμο γίνεται λανθασμένη χρήση των ίδιων των όρων—συχνά οι άνθρωποι λένε infer (συνάγω) όταν στην πραγματικότητα εννοούν imply (υπονοώ). Υπονοώ σημαίνει υπαινίσσομαι, προτείνω πλαγίως ή μεταδίδω κάποια σημασία έμμεσα μέσω τη γλώσσας. Είδαμε πως λειτουργεί αυτό στο παράδειγμα 2, όπου η ομιλήτρια δείχνει έμμεσα ότι θέλει να κλείσει την τηλεφωνική της συνομιλία. Έτσι δημιουργείται ένα ηθελημένο υπονόημα από την ομιλήτρια που μπορεί να γίνει (ή και να μην γίνει) αντιληπτό από την ακροάτρια. Συνάγω, σημαίνει κάνω μια λογική υπόθεση, εκλαμβάνω κάτι ή οδηγούμαι κάπου από τα στοιχεία που έχω (στοιχεία που μπορεί να είναι γλωσσικά, παραγλωσσικά, ή και μη-γλωσσικά). Η συναγωγή (αναφέρεται στον ακροατή και) παράγεται από τον ακροατή. Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα:

 

Παράδειγμα 6

Απόσπασμα από ένα παιδικό βιβλίο. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ολλανδία τα χρόνια του πολέμου με την Ισπανία. Ο Maurice είναι ένα αγόρι που εμπλέκεται στα γεγονότα και ο Theo ο υπηρέτης του:

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Έκλαιγε πλέον εύκολα αυτή την εποχή, μην έχοντας πλήρη έλεγχο του εαυτού του και η τύχη του Theo του προκαλούσε μεγάλο πόνο. Η Δούκισσα του είχε πει ότι δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τίποτε και άρα υπέθεσε ότι είχε αφεθεί ελεύθερος ως εντελώς αθώος. Ο Maurice ήταν πεπεισμένος ότι τίποτε τέτοιο δεν είχε συμβεί και υπέθεσε ότι η Δούκισσα είχε ανακαλύψει ότι ο Theo ήταν νεκρός και είχε εφεύρει μια ευχάριστη λύση για να μην τον στεναχωρήσει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε και είχε αποδεχτεί τη δήλωσή της σιωπηλά, αλλά φοβόταν πολύ ότι ο Theo ήταν νεκρός.

 

Αυτό το απόσπασμα δείχνει καθαρά τη διάκριση μεταξύ υπονοήματος και συναγωγής. Η Δούκισσα υπονόησε ότι ο Theo ήταν καλά. Ο Maurice κατάλαβε αυτό που υπονόησε η Δούκισσα, αλλά παρόλα αυτά συνήγαγε το αντίθετο (δηλ. ότι ο Theo είναι νεκρός). Το επόμενο παράδειγμα είναι κάπως πιο περίπλοκο:

 

Παράδειγμα 7

Πριν μερικά χρόνια έμεινα για ένα διάστημα με τον αδελφό μου και την οικογένειά του, συμπεριλαμβανομένου και του τότε πεντάχρονου γιου του. Είχα μια ηλεκτρική οδοντόβουρτσα στην οποία είχα βάλει καινούριες μπαταρίες. Ο αδελφός μου ζήτησε να δει την οδοντόβουρτσα, αλλά όταν προσπάθησα να την θέσω σε λειτουργία, δεν δούλευε.

 Εγώ:                        Άλλο πάλι κι αυτό. Νόμιζα πως είχα βάλει καινούριες μπαταρίες.

Ο ανηψιός:                [Κοκκινίζοντας πάρα πολύ]: Αυτές που έχω στο τραινάκι μου δουλεύουν ακόμη.

 

Ας εξετάσουμε αυτά τα δύο εκφωνήματα τόσο από την πλευρά των ομιλητών όσο κι από την πλευρά των ακροατών. Το σχόλιό μου ήταν μια γνήσια έκφραση έκπληξης και ενόχλησης που απευθύνθηκε συνολικά στην οικογένεια και δεν περίμενα καμία απάντηση, εκτός ίσως από την συμπονετική έκφραση συμπάθειας για την χαμηλή ποιότητα των μπαταριών και έτσι ακριβώς το εννόησαν οι ενήλικοι. Ο ανηψιός μου, όμως, παρερμήνευσε την ισχύ του εκφωνήματός μου ως κατηγορία και συνήγαγε (λανθασμένα) ότι ήταν ύποπτος. Μπορούμε να εξηγήσουμε αναλυτικά την ερμηνεία του εκφωνήματος του αγοριού ως εξής:

 

Βήμα πρώτο

Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 2, το πρώτο βήμα του ακροατή είναι αποδώσει έννοια και αναφορά στα λόγια του ομιλητή. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ήταν δύσκολο. Το αγόρι δήλωσε ότι είχε μπαταρίες στο τραινάκι του οι οποίες δούλευαν.

 

Βήμα δεύτερο

Ο ακροατής επεξεργάζεται το εκφώνημα και αντιλαμβάνεται τι πρόθεση έχει ο ομιλητής λέγοντας αυτά που λέει. Καταλάβαμε όλοι ότι το αγόρι υπονόησε πως δεν ήταν υπεύθυνος για το γεγονός ότι δεν δούλευαν οι δικές μου μπαταρίες. Η πραγματολογική ισχύς του εκφωνήματός του ήταν η άρνηση ενοχής του.

 

Βήμα τρίτο

Παρόλα αυτά, όλοι οι παρόντες συνήγαγαν από τα στοιχεία που υπήρχαν (από τη γνώση μας για το πώς συμπεριφέρονται τα μικρά παιδιά, από το γεγονός ότι κοκκίνισε, από την προσπάθειά του να μην στρέψει την προσοχή μας στο παιχνίδι του και, τελικά, από το γεγονός ότι έκρινε σκόπιμο να μιλήσει) ότι είχε όντως αλλάξει τις μπαταρίες.

 

Η θεωρία του Grice έχει σχεδιαστεί για να εξηγήσει πώς οι ακροατές καταφέρνουν να περάσουν από το πρώτο επίπεδο στο δεύτερο, από αυτό που λέγεται σε αυτό που υπονοείται. Τα βήματα ένα και δύο εμπίπτουν στο χώρο της πραγματολογίας. Το τρίτο βήμα εξαρτάται από παράγοντες που δεν είναι μόνο γλωσσικοί και πρέπει να ερμηνευθεί στο πλαίσιο μιας πιο γενικής θεωρίας κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

 

Γενικά πρέπει να θυμόμαστε δύο πράγματα σε σχέση με την υπονόηση και τη συναγωγή. Πρώτον, ένας ομιλητής μπορεί να υπονοήσει κάτι που γνωρίζει ότι είναι αναληθές και οι ακροατές μπορεί να καταλάβουν ακριβώς τι υπονόησε ένας ομιλητής χωρίς να το πιστεύουν καθόλου. Δεύτερον, η θεωρία του Grice επιχειρεί να εξηγήσει πώς οι άνθρωποι περνούν από το επίπεδο της εκπεφρασμένης σημασίας στο επίπεδο της υπονοούμενης σημασίας. Πολλές παρανοήσεις του έργου του Grice πηγάζουν από το γεγονός ότι οι άνθρωποι υποθέτουν λανθασμένα ότι ο Grice προσπαθούσε να εξηγήσει πως διαμορφώνονται οι συναγωγές αντί για το πώς δημιουργούνται και ερμηνεύονται τα υπονοήματα. Στις επόμενες ενότητες, θα σκιαγραφήσω τη θεωρία του Grice σχετικά με αυτή τη διαδικασία.

 

3.4  Η αρχή της συνεργασίας (The Cooperative Principle)

Προκειμένου να εξηγήσει το μηχανισμό μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν τα διαλογικά υπονοήματα, ο Grice στο ‘Logic and Conversation’ εισήγαγε τέσσερα διαλογικά αξιώματα (maxims) και την Αρχή της Συνεργασίας (Α.Σ.). Η Α.Σ. έχει ως εξής:

 

Make your contribution such as is required, at the stage at which it occurs, by the accepted purpose or direction of the talk exchange in which you are engaged.

 Να είναι η συνεισφορά σου στο διάλογο όπως αρμόζει στο σημείο που προκύπτει, και σύμφωνη με τον αναγνωρισμένο στόχο ή κατεύθυνση της συνομιλίας στην οποία συμμετέχεις.

 

Έχουμε ήδη ένα πρόβλημα. Το γεγονός ότι ο Grice διετύπωσε την Α.Σ. στην προστακτική έκανε ορισμένους αναγνώστες του έργου του να πιστέψουν ότι ο Grice λέει στους ομιλητές πώς πρέπει να συμπεριφέρονται. Αυτό που όντως έκανε όμως ήταν να προτείνει ότι κατά την διεξαγωγή διαλόγου οι άνθρωποι βασίζονται στην υπόθεση ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο σύνολο λειτουργικών κανόνων για τη διεξαγωγή του διαλόγου, εκτός κι αν έχουν ενδείξεις για το αντίθετο. Κάνουμε δε συνεχώς παρόμοιες υποθέσεις σε όλους τους τομείς της ζωής. Μια χρήσιμη αναλογία είναι η οδήγηση αυτοκινήτου. Όταν οδηγούμε, υποθέτουμε ότι οι άλλοι οδηγοί θα λειτουργήσουν σύμφωνα με τους ίδιους κανονισμούς (ή, τουλάχιστον, ότι γνωρίζουν ποιοι είναι αυτοί οι κανονισμοί). Εάν δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε τέτοιες υποθέσεις, τότε το σύστημα κυκλοφορίας θα έφτανε γρήγορα σε αδιέξοδο. Φυσικά, μερικές φορές έχουμε όντως ενδείξεις ότι ένας άλλος οδηγός δεν υπακούει τους κανόνες (ένας αρχάριος, ένας μεθυσμένος, κάποιος που χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ένας οδηγός ασθενοφόρου ή πυροσβεστικού οχήματος με κόκκινα φώτα που αναβοσβήνουν και τη σειρήνα στη διαπασών) ή ότι μπορεί να ακολουθεί ένα διαφορετικό σετ κανόνων (ένα αυτοκίνητο με ξένες πινακίδες) και σε αυτές τις περιπτώσεις επανεξετάζουμε τις υποθέσεις μας ή και τις εγκαταλείπουμε συνολικά. Και, φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η υπόθεσή μας ότι οι άλλοι ακολουθούν τους ίδιους κανόνες είναι λανθασμένη, και τότε μπορεί να συμβεί ατύχημα.

 

Το ίδιο συμβαίνει και με τις συνομιλίες. Στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινότητας, όταν μιλάμε λειτουργούμε βασιζόμενοι σε κάποιες υποθέσεις και, γενικά, τα καταφέρνουμε. Κάποιες φορές ενδέχεται να εγκαταλείψουμε την υπόθεση ότι ο συνομιλητής μας ακολουθεί τους ίδιους συνομιλιακούς κανόνες (ή νόρμες) με εμάς: μπορεί να μιλάμε σε ένα μικρό παιδί που δεν έχει ακόμη κατακτήσει τις συνομιλιακές νόρμες της κοινότητάς μας, σε έναν μεθυσμένο, ή σε κάποιον που πονά ή είναι ταραγμένος. Επίσης, μπορεί να μιλάμε με κάποιον που έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ακολουθεί διαφορετικές συνομιλιακές νόρμες από εμάς (π.χ., με ένα μέλος άλλης πολιτισμικής ή γλωσσικής κοινότητας). Και υπάρχουν, βέβαια, περιπτώσεις όπου οι υποθέσεις μας είναι λανθασμένες και τότε γίνονται λάθη και προκύπτουν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις, ή περιπτώσεις όπου ο συνομιλητής μας μας παραπλανεί εσκεμμένα. Διότι ο Grice, όταν έθεσε τις βάσεις για την Α.Σ., δεν προσπαθούσε να προτείνει (όπως έχουν λανθασμένα υποθέσει κάποιοι σχολιαστές) ότι οι άνθρωποι είναι πάντοτε καλοί και ευγενείς ή συνεργάσιμοι με τη συνηθισμένη, καθημερινή έννοια της λέξης. Παρατήρησε απλά ότι, γενικά, οι άνθρωποι τηρούν κάποιους κανόνες στην αλληλεπίδραση και ο στόχος του ήταν να εξηγήσει ένα συγκεκριμένο σετ κανονικοτήτων—αυτές που διέπουν τη δημιουργία και την ερμηνεία διαλογικών υπονοημάτων. Ας εξετάσουμε το παρακάτω παράδειγμα:

 

Παράδειγμα 9

Η ομιλήτρια κλειδώθηκε κατά λάθος έξω από το σπίτι της. Είναι χειμώνας, αργά τη νύχτα και είναι γυμνή:

Α:                Θέλεις ένα παλτό;

Β:                Όχι, προτιμώ να κάθομαι εδώ έξω τσίτσιδη και να ξεπαγιάσω.

 

Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση της Β είναι αναληθής και μη συνεργάσιμη, αλλά στην πραγματικότητα ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με τέτοιου είδους σαρκαστικές απαντήσεις και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με την ερμηνεία τους. Πώς τις ερμηνεύουμε λοιπόν; Σύμφωνα με τον Grice, εάν ο Α υποθέτει ότι, παρά τα φαινόμενα, η Β τηρεί την Α.Σ. και έχει δώσει μια κατάλληλη απάντηση στην ερώτησή του, τότε θα ψάξει για εναλλακτικές ερμηνείες. Ο Grice ισχυρίζεται ότι χωρίς την υπόθεση ότι ο ομιλητής συμμορφώνεται με την Α.Σ., δεν υπάρχει μηχανισμός που θα δώσει σε κάποιον το έναυσμα να αναζητήσει ένα άλλο επίπεδο ερμηνείας. Η παρατήρηση ότι η ομιλήτρια είπε κάτι που είναι προφανώς αναληθές, συνδυαζόμενη με την υπόθεση ότι η Α.Σ. λειτουργεί (ισχύει), κινητοποιεί την αναζήτηση ενός διαλογικού υπονοήματος. Τα τέσσερα διαλογικά αξιώματα (conversational maxims) μας βοηθούν να διαπιστώσουμε τι είδους υπονόημα μπορεί να είναι αυτό.

 

3.5  Τα τέσσερα διαλογικά αξιώματα

Στο άρθρο του ‘Logic and Conversation’, ο Grice πρότεινε τέσσερα αξιώματα, τα αξιώματα της ποσότητας (quantity), της ποιότητας (quality), της συνάφειας (relation) και του τρόπου (manner) τα οποία διατυπώθηκαν ως εξής:

 

Ποσότητα:                Η συμβολή σου στο διάλογο να είναι όσο το δυνατόν πιο επαρκής (για

    τον άμεσο σκοπό της συνομιλίας).

                                   Μη λες περισσότερα από όσα χρειάζονται.

 

Ποιότητα:                Μη λες κάτι που πιστεύεις ότι είναι ψευδές.

                                    Μη λες κάτι για το οποίο δεν έχεις επαρκείς αποδείξεις.

 

Συνάφεια:                Η συμβολή σου στο διάλογο να είναι συναφής με τον άμεσο σκοπό της

    συνομιλίας.

 

Τρόπος:                  Να είσαι σαφής. Να αποφεύγεις την αδιαφάνεια στην έκφρασή σου.

                                Να αποφεύγεις την αμφισημία.

                                Να είσαι σύντομος.

                                Να είσαι οργανωμένος. Ο λόγος σου να έχει  σειρά και τάξη.

 

3.5.1        Τήρηση των αξιωμάτων

Η λιγότερο ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι όταν ένας ομιλητής σέβεται και τηρεί όλα τα αξιώματα όπως παρακάτω:

 

Παράδειγμα 10

Γιάννης:                Που είναι τα κλειδιά του αυτοκινήτου;

Μαρία:                   Είναι πάνω στο τραπεζάκι του χωλ.

 

Η Μαρία απάντησε με σαφήνεια (τρόπος) ειλικρινά (ποιότητα), δίνοντας επαρκή πληροφόρηση και λέγοντας μόνο όσα χρειάζεται (ποσότητα) και ανταποκρίθηκε άμεσα στο στόχο της ερώτησης του Γιάννη (συνάφεια). Είπε ακριβώς αυτό που εννοούσε, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό, και δεν δημιούργησε κανένα υπονόημα (δηλ., δεν υπάρχει διάκριση που πρέπει να γίνει εδώ μεταξύ αυτού που λέει και αυτού που εννοεί η Μαρία, δεν υπάρχει πρόσθετο επίπεδο σημασίας).

 

 

3.5.2        Παραβίαση των αξιωμάτων

Ο Grice γνώριζε πολύ καλά, όμως, ότι υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι δεν τηρούν ή παραβιάζουν τα διαλογικά αξιώματα. Διακρίνει πέντε διαφορετικούς τρόπους αποτυχίας τήρησης των αξιωμάτων:

 

Flouting a maxim (κατάφωρη παραβίαση ή καταπάτηση ενός αξιώματος)

Violating a maxim (δόλια παραβίαση)

Infringing a maxim (ακούσια παραβίαση)

Opting out of a maxim (αποδέσμευση από ένα αξίωμα)

Suspending a maxim (κατάργηση ενός αξιώματος)

 

Οι άνθρωποι μπορεί να παραβιάσουν ένα αξίωμα επειδή, π.χ., δεν είναι σε θέση να μιλήσουν καθαρά, ή γιατί επιλέγουν να πουν ψέματα εσκεμμένα. Θα συζητήσουμε την κάθε περίπτωση με τη σειρά, αλλά η σημαντικότερη κατηγορία, αυτή που δημιουργεί υπονοήματα, είναι η πρώτη και γι αυτό θα αφιερώσουμε μια ολόκληρη ενότητα στην κατάφωρη παραβίαση (flouting).

 

3.6  Κατάφωρη παραβίαση ενός αξιώματος

Οι περιπτώσεις που ενδιέφεραν κυρίως τον Grice ήταν αυτές όπου ένας ομιλητής παραβιάζει κατάφωρα ένα αξίωμα, όχι με την πρόθεση να εξαπατήσει ή να παραπλανήσει τον συνομιλητή, αλλά επειδή επιθυμεί να ωθήσει τον ακροατή να αναζητήσει μια σημασία που διαφέρει από την εκπεφρασμένη σημασία ή που προστίθεται σε αυτήν. Αυτή την επιπλέον σημασία την ονόμασε «διαλογικό υπονόημα» και τη διαδικασία δημιουργίας της «κατάφωρη παραβίαση ενός αξιώματος».

 

Μια κατάφωρη παραβίαση προκύπτει όταν ο ομιλητής αποτυγχάνει καταφανώς να τηρήσει ένα αξίωμα στο επίπεδο των όσων λέγονται, με την σαφή πρόθεση να δημιουργήσει ένα υπονόημα. Θα δώσω παραδείγματα κατάφωρων παραβιάσεων όλων των αξιωμάτων με τη σειρά ενώ παράλληλα θα εξετάσω τα σχόλια του Grice σχετικά με τους λόγους που παραβιάζουμε κατάφωρα ένα αξίωμα.

 

3.6.1        Κατάφωρες παραβιάσεις που απαιτούνται λόγω σύγκρουσης των αξιωμάτων

Ένας ομιλητής μπορεί να παραβιάσει κατάφωρα το αξίωμα της ποσότητας δίνοντας με προφανή τρόπο είτε περισσότερες είτε λιγότερες πληροφορίες από ότι απαιτεί η περίσταση.

 

Παράδειγμα 11

            Μιλώντας, π.χ., για την ταυτότητα του υπαίτιου για μια αξιόποινη πράξη:

 

Ήταν είτε ο Γιάννης Πετρόπουλος είτε ο Νίκος Αντωνίου και δεν πιστεύω ότι ήταν ο Γιάννης Πετρόπουλος.

           

Σύμφωνα με τον Grice, μια τέτοια απάντηση κινητοποιεί μια διαδικασία άτυπου συλλογισμού (πρβλ. λογική σκέψη) που ωθεί τους ακροατές να αντλήσουν επιπλέον πληροφορίες. Αυτό μπορεί να γίνει ως εξής:

 

(i)                  Ο ομιλητής έδωσε με κατάφωρο τρόπο περισσότερες πληροφορίες από όσο χρειάζεται (θα μπορούσε απλά να πει «ο ένοχος είναι ο Νίκος Αντωνίου»). Ο ομιλητής, λοιπόν, φαίνεται πως παραβιάζει το αξίωμα της ποσότητας.

 

(ii)                Όμως, δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι ο ομιλητής είναι εσκεμμένα μη-συνεργάσιμος (δηλ., ότι δεν τηρεί την αρχή της συνεργασίας (Α.Σ.))

 

(iii)               Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η αποτυχία του να τηρήσει το αξίωμα της ποσότητας οφείλεται στην επιθυμία του να τηρήσει την Α.Σ. με κάποιον άλλο τρόπο. Πρέπει λοιπόν να εξακριβώσουμε γιατί η Α.Σ. ώθησε τον ομιλητή να δώσει περισσότερες πληροφορίες από όσο χρειάζεται.

 

(iv)              Η αποτυχία τήρησης του αξιώματος της ποσότητας μπορεί να εξηγηθεί εάν υποθέσουμε ότι ο ομιλητής επιθυμεί να τηρήσει ταυτόχρονα και το αξίωμα της ποιότητας. Συμπεραίνουμε ότι για κάποιο λόγο βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σύγκρουση μεταξύ των δύο αξιωμάτων (είτε θα πει την αλήθεια είτε θα δώσει ακριβώς την σωστή ποσότητα πληροφοριών).

 

(v)                Η απάντησή του αποτελεί συμβιβασμό, πράγμα που μας ωθεί να συνάγουμε ότι ενώ πιστεύει ακράδαντα ότι φταίει ο Αντωνίου, δεν έχει επαρκή στοιχεία ώστε να δηλώσει πως αυτό είναι γεγονός. Λέγοντας αυτό που είπε σηματοδοτεί ότι η άποψή του μπορεί να μην είναι σωστή.

 

Όπως είδαμε, η εξήγηση του Grice για την παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι ο ομιλητής έρχεται αντιμέτωπος με σύγκρουση των αξιωμάτων. Στην περίπτωση που εξετάσαμε ο ομιλητής δεν ήταν σε θέση να τηρήσει ταυτόχρονα και τα δύο αξιώματα (ποσότητα και ποιότητα), σηματοδότησε το δίλημμά του με την προφανή αποτυχία του να δώσει επαρκείς πληροφορίες και ώθησε τους συνομιλητές του να αναζητήσουν ένα υπονόημα. Μπορούμε να δώσουμε μια παρόμοια εξήγηση και για το ακόλουθο παράδειγμα παραβίασης του αξιώματος της ποσότητας. Σε αυτήν την περίπτωση, η δεύτερη ομιλήτρια δίνει λιγότερες πληροφορίες από ότι απαιτεί η περίσταση:

 

Παράδειγμα 12

Η Α ρωτάει την Β για τον καινούριο φίλο μιας γνωστής τους:

 

Α: Είναι καλό παιδί;

Β: Φαίνεται ότι της αρέσει.

 

Η Β θα μπορούσε απλά να πει: «Όχι»—αυτή η απάντηση θα ήταν η πιο πληροφοριακή σε αυτήν την περίπτωση. Αντίθετα, η Β δίνει μια πολύ ασθενέστερη και λιγότερο πληροφοριακή απάντηση. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτή της η αποτυχία οφείλεται σε σύγκρουση των αξιωμάτων της ποσότητας και της ποιότητας (η Β δεν μπορεί να πει με σιγουριά εάν ο καινούριος φίλος είναι καλό παιδί ή όχι, και μιλάει μόνο βάσει των στοιχείων που έχει). Αλλά αυτή η εξήγηση είναι μάλλον απίθανη εδώ. Ο Grice προτείνει μια καλύτερη εξήγηση βασιζόμενη στην λεγόμενη «εκμετάλλευση» των αξιωμάτων.

 

3.6.2        Κατάφωρες παραβιάσεις που εκμεταλλεύονται ένα αξίωμα

Σύμφωνα με τη θεωρία του Grice, οι συνομιλητές λειτουργούν βάσει της υπόθεσης ότι, γενικά, τα αξιώματα τηρούνται. Όταν αυτή η προσδοκία διαψεύδεται και ο ακροατής έρχεται αντιμέτωπος με κατάφωρη παραβίαση ενός αξιώματος (δηλ., όταν ο ακροατής έχει απορρίψει την πιθανότητα ότι ο ομιλητής προσπαθεί να τον εξαπατήσει, ή δεν είναι σε θέση να μιλήσει καθαρότερα, ακριβέστερα, κλπ.), τότε ο ακροατής ωθείται και πάλι να αναζητήσει ένα υπονόημα. Τα περισσότερα παραδείγματα κατάφωρων παραβιάσεων του Grice εμπλέκουν τέτοιου είδους «εκμετάλλευση».

 

3.6.2.1  Κατάφωρες παραβιάσεις που εκμεταλλεύονται το αξίωμα της ποιότητας

Κατάφωρες παραβιάσεις που εκμεταλλεύονται το αξίωμα της ποιότητας προκύπτουν όταν ο ομιλητής λέει κάτι που είναι προφανώς αναληθές ή κάτι για το οποίο δεν έχει επαρκή στοιχεία. Στο παράδειγμα 3 με τον τραυματιοφορέα, ο ομιλητής δημιούργησε ένα υπονόημα λέγοντας κάτι που είναι προφανώς αναληθές. Καθώς δε ο ομιλητής δεν μοιάζει να προσπαθεί να εξαπατήσει τον ακροατή με κάποιον τρόπο, ο ακροατής υποχρεώνεται να αναζητήσει μια άλλη πιθανή ερμηνεία. Σύμφωνα με τον Grice αυτή η απαγωγική διαδικασία συλλογισμού μπορεί να λειτουργήσει ως εξής:

 

(i)                  Ο τραυματιοφορέας εξέφρασε την ευχαρίστησή του που κάποιος έκανε εμετό επάνω του.

 

(ii)                Δεν έχουμε ιστορικά παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι χαίρονται ιδιαίτερα όταν κάποιος κάνει εμετό επάνω τους.

 

(iii)               Δεν έχω λόγο να πιστεύω ότι ο τραυματιοφορέας προσπαθεί να με εξαπατήσει κατά κάποιον τρόπο.

 

(iv)              Εκτός κι αν το εκφώνημα του τραυματιοφορέα είναι εντελώς άστοχο, πρέπει να προσπαθεί να μεταδώσει κάτι άλλο, μια άλλη λογική πρόταση.

 

(v)                Αυτή θα πρέπει να είναι μια προφανώς σχετική λογική πρόταση.

 

(vi)              Η πιο προφανής σχετική λογική πρόταση είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτή που εξέφρασε [λέγοντας αυτά που είπε].

 

(vii)             Ο τραυματιοφορέας είναι πολύ ενοχλημένος που ο μεθυσμένος έκανε εμετό επάνω του.

 

Το παρακάτω παράδειγμα λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο, αλλά εδώ έχουμε αυτό που ο Grice ονομάζει «δημιουργία διαλογικού υπονοήματος μέσω ενός μηχανισμού που μοιάζει με σχήμα λόγου»:

 

Παράδειγμα 13

Μια γυναίκα μιλάει για έναν γνωστό της πρόσωπο, έναν άνδρα:

 

Έζησα στο ίδιο σπίτι με αυτόν τον άνθρωπο για τρία χρόνια και τον μισώ περισσότερο από οποιονδήποτε στον κόσμο. Σε όλο το βρώμικο, λιγδερό παρελθόν μου, αυτός είναι ο μεγαλύτερος λεκές.

 

(i)                  Είναι προφανώς αναληθές ότι ο άνδρας είναι λεκές.

 

(ii)                Η γυναίκα δεν φαίνεται να προσπαθεί να μας πείσει ότι ο άνδρας είναι λεκές.

 

(iii)               Εκτός κι αν το εκφώνημά της είναι εντελώς άστοχο, πρέπει να προσπαθεί να μεταδώσει κάτι άλλο, μια άλλη λογική πρόταση.

 

(iv)              Αυτή θα πρέπει να είναι μια προφανώς σχετική λογική πρόταση.

 

(v)                Η πιο προφανής σχετική λογική πρόταση είναι ότι, όπως η βρώμα και οι λεκέδες, ο άνδρας αυτός είναι ανεπιθύμητος ή και μάστιγα.

 

Εδώ δίνω ένα τελευταίο παράδειγμα κατάφωρης παραβίασης που εκμεταλλεύεται (ή που φαινομενικά εκμεταλλεύεται) ένα αξίωμα. Συχνά οι άνθρωποι προσπαθούν αποφύγουν την ενοχλητική προσοχή κάποιου άλλου δίνοντας μια απίθανη ή προφανώς αναληθή απάντηση. Για παράδειγμα, αν σας ρωτήσει κάποιος το όνομά σας και δεν θέλετε να απαντήσετε, μπορεί να πείτε: «Είμαι η βασίλισσα του Αγγλίας», ή «Είμαι ο Σεβάχ ο θαλασσινός».

 

Παράδειγμα 14

Η Β ταξιδεύει με το τραίνο και διαβάζει το βιβλίο της. Ο Α είναι συνταξιδιώτης της και θέλει να πιάσει κουβέντα:

 

Α: Με τι ασχολείστε;

Β: Είμαι δασκάλα.

Α: Και που διδάσκετε;

Β: Στην Μογγολία.

Α: Με συγχωρείτε που ρώτησα!

 

Ο Α αντιλαμβάνεται την Μογγολία σαν έναν απίθανα μακρινό τόπο, έτσι ώστε η ασυνήθιστη απάντηση της Β τον ώθησε να αναζητήσει ένα υπονόημα (σε αυτήν την περίπτωση το υπονόημα είναι ότι η Β δεν επιθυμεί να συζητήσει μαζί του). Το αστείο είναι ότι η Β όντως δίδασκε στη Μογγολία, αλλά παρόλα αυτά ο Α είχε δίκιο που υπέθεσε πως η Β προσπαθούσε να τον αποφύγει!

 

3.6.2.2  Κατάφωρες παραβιάσεις που εκμεταλλεύονται το αξίωμα της ποσότητας

Μια κατάφωρη παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας προκύπτει όταν ο ομιλητής δίνει προφανώς περισσότερες ή λιγότερες πληροφορίες από ότι απαιτεί η περίσταση. Είδαμε ήδη ένα τέτοιο παράδειγμα παραπάνω και το ακόλουθα παραδείγματα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο:

 

Παράδειγμα 15

Α: Και πώς θα πάμε εκεί;

Β: Πάντως, εμείς θα πάμε με το αυτοκίνητο του Κώστα.

 

Ο Β δίνει σαφώς λιγότερες πληροφορίες από ότι χρειάζεται ο Α, δημιουργώντας έτσι το υπονόημα ότι, ενώ εκείνος και οι φίλοι του έχουν κανονίσει κι έχουν βρει μεταφορικό μέσο, ο Α δεν θα ταξιδέψει μαζί τους.

 

Παράδειγμα 16

Από θεατρικό έργο. 

Α: Για πες μου λοιπόν, εσύ δεν έχεις μια κόρη, την Κατερίνα, που είναι όμορφη και

εργατική;

Β: Όντως κύριε, έχω μια κόρη που την λένε Κατερίνα.

 

Επιβεβαιώνοντας ότι η κόρη του λέγεται Κατερίνα αλλά παραλείποντας να αναφερθεί στην ομορφιά και την εργατικότητά της, ο Β υπονοεί ότι δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά σε ιδιαίτερο βαθμό.

 

Παραδείγματα όπου δίνονται περισσότερες πληροφορίες από όσο χρειάζεται είναι επίσης συνηθισμένα, όπως το παρακάτω:

 

Παράδειγμα 17

Ο ομιλητής είναι εκφωνητής εκπομπών του BBC:

 

Την εποχή της ηχογράφησης, όλοι οι ηθοποιοί που συμμετέχουν ήταν μέλη του BBC Drama Group.

 

Η φαινομενικά άχρηστη πληροφορία στην πρώτη φράση δημιουργεί το υπονόημα ότι κατά το χρόνο μετάδοσης του προγράμματος ένας ή περισσότεροι από τα μέλη του θιάσου δεν είναι πια στο BBC Drama Group.

 

3.6.2.3  Κατάφωρες παραβιάσεις που εκμεταλλεύονται το αξίωμα της συνάφειας

Ο ομιλητής εκμεταλλεύεται το αξίωμα της συνάφειας δίνοντας μια απάντηση ή κάνοντας μια παρατήρηση που είναι προφανώς άσχετη με το θέμα συζήτησης (π.χ., μια ξαφνική αλλαγή του θέματος συζήτησης, αποτυχία του ομιλητή να αν ανταποκριθεί στο στόχο μιας ερώτησης του συνομιλητή του, κλπ.). Παραδείγματα όπου ο ομιλητής αλλάζει το θέμα της συζήτησης ή δεν ανταποκρίνεται άμεσα στο στόχο της ερώτησης του συνομιλητή του είναι πολύ συνηθισμένα και τα παρακάτω είναι χαρακτηριστικά:

 

Παράδειγμα 18

Οικογένεια στο τραπέζι.

 

Παιδί:                     Μπαμπά, θα με αφήσεις να πάρω το αυτοκίνητο απόψε;

Πατέρας:                Δεν είναι καλή ιδέα. Τι λέει κι η μητέρα σου;

Παιδί:                     Μαμά, έλα σε παρακαλώ.

Μητέρα:                 θέλετε κι άλλο φαγητό; Αν όχι μαζέψτε τα πιάτα και θα φέρω φρούτα.

 

Θα ήταν κουραστικό να επαναλάβουμε τα βήματα του συλλογισμού, ας πούμε λοιπόν μόνο ότι το παιδί είναι πιθανόν να συνάγει ότι η μητέρα του δεν συμφωνεί με την ιδέα του και θέλει να αλλάξει θέμα συζήτησης. Και πάλι, η θεωρία του Grice δεν τοποθετείται ως προς ένα σοβαρό θέμα, δηλ. για ποιο λόγο η μητέρα επιλέγει να δείξει την αντίθεσή της μόνο έμμεσα. Είναι σαφές ότι η μητέρα θα μπορούσε απλά να δηλώσει την άρνησή της, γιατί λοιπόν δεν το έκανε; Στα 1970 και τα 1980 έγιναν μεγάλες προσπάθειες για την ανάπτυξη θεωριών γλωσσικής ευγένειας (π.χ., Brown & Levinson 1978, και Leech 1983) οι οποίες, σύμφωνα με τους υποστηρικτές τους, «σώζουν» τη θεωρία του Grice εξηγώντας τους κοινωνικούς περιορισμούς που διέπουν την παραγωγή και την ερμηνεία εκφωνημάτων.

 

Παράδειγμα 19

Περιποιήθηκα το πρόσωπό μου και έκανα μακιγιάζ. Πήρα την τσάντα και το παλτό μου. Είπα στην μητέρα μου ότι βγαίνω έξω… Με ρώτησε που πηγαίνω και επανέλαβα: «έξω».

 

Σε αυτό το παράδειγμα, η ομιλήτρια δίνει μια απάντηση που είναι σαφής, ειλικρινής, κλπ., και που απαντά την ερώτηση της μητέρας της (αντίθετα με το παράδειγμα 18). Όμως, δεν ανταποκρίνεται στο στόχο που είχε η μητέρα της όταν έκανε την ερώτηση: η μητέρα βλέπει ότι η ομιλήτρια βγαίνει έξω αλλά θέλει να μάθει πού πηγαίνει. Το παράδειγμα αυτό μπορεί να αναλυθεί και σαν κατάφωρη παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας μιας και η ομιλήτρια δίνει λιγότερες πληροφορίες από ότι απαιτεί η περίσταση.

 

3.6.2.4  Κατάφωρες παραβιάσεις που εκμεταλλεύονται το αξίωμα του τρόπου

Το παρακάτω παράδειγμα αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του αξιώματος του τρόπου:

 

Παράδειγμα 20

Η συνομιλία είναι μεταξύ ενός παρουσιαστή του ραδιοφώνου που παίρνει συνέντευξη από μία ανώνυμη αξιωματούχο της Πρεσβείας των ΗΠΑ στο Port-Au-Prince της Αϊτής:

 

Παρουσιαστής:                Έπαιξε κάποιο ρόλο η κυβέρνηση των ΗΠΑ στην αναχώρηση του                                             Duvalier; Π.χ., τον παρότρυναν έντονα να φύγει;

Αξιωματούχος:                Δε θα προσπαθήσω να σας αποτρέψω από αυτό το συμπέρασμα.

 

Η αξιωματούχος θα μπορούσε απλά να απαντήσει: «Ναι». Η απάντηση που δίνει είναι ιδιαίτερη περίπλοκη και ασαφής και προφανώς δεν είναι τυχαίο, ούτε και οφείλεται σε τυχόν ανικανότητά της να μιλήσει καθαρότερα, που παραβιάζει το αξίωμα του τρόπου. Όμως, δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε ότι η αξιωματούχος θέλει εσκεμμένα να μας δυσκολέψει (θα μπορούσε, άλλωστε, να αρνηθεί εντελώς να απαντήσει, ή να πει «Ουδέν σχόλιο»).

 

Ο ακροατής, λοιπόν, πρέπει να αναζητήσει μια άλλη εξήγηση και, άλλη μια φορά, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη θεωρία του Grice που θα μας βοηθούσε να εξηγήσουμε την παραβίαση του αξιώματος του τρόπου. Σε αυτή την περίπτωση, η παραβίαση του αξιώματος του τρόπου δεν οφείλεται σε σύγκρουση μεταξύ των αξιωμάτων. Προκύπτει μάλλον από συγκρουόμενους στόχους: την επιθυμία της να αναγνωριστεί ο ρόλος της σε ένα γεγονός που είχε την προσδοκώμενη έκβαση, ενώ ταυτόχρονα να αποφύγει να δηλώσει δημόσια ότι η χώρα της παρενέβη στα θέματα μιας άλλης χώρας. Στην πραγματικότητα, αυτή η συνομιλία πήρε μεγάλη δημοσιότητα και το υπονόημα εκφράστηκε σαφώς στα δελτία ειδήσεων αργότερα την ίδια μέρα: «Αν και δεν το παραδέχτηκαν ανοιχτά, οι ΗΠΑ αφήνουν να εννοηθεί ότι βρίσκονται πίσω από την απόφαση του Jean-Paul Duvalier, του «Baby Doc», να φύγει από το νησί.» Η ταυτόχρονη επιθυμία «να πούμε και να μην πούμε κάτι» εξετάζεται από τον Dascal (1983).

 

Το σημαντικό στα παραδείγματα που εξετάσαμε είναι να παρατηρήσουμε ότι ο κατάφωρος τρόπος παραβίασης ενός αξιώματος είναι ο παράγοντας που μας ωθεί να αναζητήσουμε ένα διαλογικό υπονόημα (δηλ. ένα επιπλέον επίπεδο σημασίας).

 

Ο Grice όμως κατέστησε σαφές ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ομιλητής δεν τηρεί τα διαλογικά αξιώματα παρότι δεν επιθυμεί να δημιουργήσει υπονοήματα. Αυτές οι κατηγορίες παραβάσεων εξετάζονται στην επόμενη ενότητα και μοιάζουν τα καλύπτουν όλες τις πιθανές περιπτώσεις παραβίασης.

 

3.7  Άλλες κατηγορίες παραβίασης των διαλογικών αξιωμάτων

Στην πρώτη του σχετική εργασία (1975: 49), ο Grice ανέφερε τρεις τρόπους με τους οποίους ένας συμμετέχοντας σε μια συνομιλία μπορεί να αποτύχει να τηρήσει ένα αξίωμα: ο ομιλητής μπορεί να παραβιάσει κατάφωρα ένα αξίωμα (flouting), να παραβιάσει δολίως ένα αξίωμα (violating), ή να αποδεσμευτεί από την υποχρέωση τήρησης ενός αξιώματος (opting out). Αργότερα πρόσθεσε μια τέταρτη κατηγορία: την ακούσια παραβίαση ενός αξιώματος (infringing). Ορισμένοι συγγραφείς έχουν έκτοτε υποστηρίξει ότι χρειάζεται και μια πέμπτη κατηγορία—η κατάργηση ενός αξιώματος (suspending). Έχοντας κάνει όλες αυτές τις διακρίσεις, είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό να παρατηρούμε ότι ο ίδιος ο Grice δεν χρησιμοποιεί πάντοτε αυτούς τους όρους με συνέπεια και επίσης ότι ελάχιστοι σχολιαστές του φαίνεται να προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν σωστά αυτούς τους όρους. Οι διακρίσεις που έκανε αρχικά ο Grice είναι σημαντικές για την πλήρη κατανόηση της θεωρίας του. Έχουμε ήδη εξετάσει λεπτομερώς την κατάφωρη παραβίαση και στη συνέχεια θα εξετάσουμε τις άλλες κατηγορίες παραβίασης.

 

3.7.1        Δόλια παραβίαση ενός αξιώματος (violating a maxim)

Πολλοί σχολιαστές χρησιμοποιούν χαλαρά ή λανθασμένα τον όρο «(δόλια) παραβίαση» για αναφερθούν σε κάθε είδους μη-τήρηση των αξιωμάτων. Αλλά στην πρώτη εκδομένη εργασία του ο Grice (1975) ορίζει την «δόλια παραβίαση» πολύ συγκεκριμένα ως την μη-προφανή ή συγκεκαλυμμένη παραβίαση ενός αξιώματος. Εάν ο ομιλητής παραβιάσει ένα αξίωμα με δόλο τότε «είναι πιθανόν να παραπλανήσει τον συνομιλητή του» (1975: 49).

 

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από ένα λογοτεχνικό κείμενο. Μια συνομιλία μεταξύ συζύγων, του Martin και της Alice.

 

Παράδειγμα 21

Η Alice αρνείται εδώ και λίγο καιρό να κάνει έρωτα με τον άνδρα της, τον Martin. Στην αρχή εκείνος το αποδίδει σε έλλειψη διάθεσης λόγω του πρόσφατου τοκετού της, αλλά στη συνέχεια υποπτεύεται ότι μπορεί να έχει έναν άλλο δεσμό:

 

Μ:                Alice, υπάρχει κάτι που πρέπει να σε ρωτήσω.

Α:                Ρώτα με λοιπόν…

Μ:                Θα μου δώσεις μια ειλικρινή απάντηση; Άσχετα με το πόσο νομίζεις ότι

    μπορεί να με πληγώσει;

Α:                (Με σχετικά ταραγμένη φωνή) Στο υπόσχομαι.

Μ:                Υπάρχει άλλος άνδρας στη ζωή σου;

Α:                (Σηκώνει το κεφάλι και τον κοιτάζει στα μάτια) Όχι. Δεν υπάρχει άλλος άνδρας.

Μ:                (Ο Μ. ξεφυσάει καθησυχασμένος, χαμογελά και λέει) Ας τελειώσουμε την

    σαμπάνια, τι λες;

 

Αργότερα μαθαίνουμε ότι η δήλωση της Alice πως δεν υπάρχει άλλος άνδρας είναι μεν αλήθεια, αλλά όχι όλη η αλήθεια (για την ακρίβεια, έχει δεσμό με μια γυναίκα). Κι όμως δεν υπάρχει τίποτε στη διατύπωση της απάντησης της Alice που θα έκανε τον Martin να συνάγει ότι δεν του έδωσε όλες τις πληροφορίες. Αυτή η συγκεκαλυμμένη παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας δημιουργεί το ηθελημένα παραπλανητικό υπονόημα ότι η Alice δεν έχει ερωτικό δεσμό με κανέναν.

 

Το επόμενο παράδειγμα είναι αυθεντικό (δεν είναι εύκολο να βρούμε πολλά παραδείγματα συγκεκαλυμμένων παραβιάσεων που προκύπτουν φυσικά διότι, γενικά, δεν μαθαίνουμε πάντοτε ότι μας έχουν παραπλανήσει):

 

Παράδειγμα 22

Μια Αγγλίδα αθλήτρια, η Dianne Modahl, πρωταθλήτρια στα 800 μέτρα στους αγώνες της Κοινοπολιτείας, αποσύρθηκε από τον πρώτο αγώνα της και επέστρεψε στην Αγγλία. Η υπεύθυνη τύπου της Αγγλικής ομάδας είπε:

 

Η οικογένεια έχει πένθος. Πέθανε η γιαγιά της.

 

Την επόμενη μέρα ανακοινώθηκε ότι η αθλήτρια είχε βρεθεί ντοπαρισμένη όταν έγιναν τα σχετικά τεστ. Αυτό που είπε η υπεύθυνη τύπου ήταν αληθές, αλλά το υπονόημα (δηλ. ότι αυτός ήταν ο λόγος της επιστροφής της αθλήτριας) ήταν ψευδές.

 

Πραγματολογικά παραπλανητικά (ή πιθανόν παραπλανητικά) εκφωνήματα αυτού του τύπου απαντώνται συχνά σε ορισμένα είδη δραστηριοτήτων (activity types), όπως είναι οι δίκες, οι λόγοι στο κοινοβούλιο και η επιχειρηματολογία. Είναι μάλιστα τόσο συχνά ώστε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ο κανόνας για αυτού του είδους την αλληλεπίδραση και να ερμηνεύονται ανάλογα από τους συμμετέχοντες.

 

Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως η δόλια παραβίαση ενός αξιώματος είναι ακριβώς το αντίθετο της κατάφωρης παραβίασης. Στο παράδειγμα 21, η Alice λέει κάτι που είναι «αληθές» (σε κάποιο βαθμό, εφόσον όντως δεν έχει δεσμό με άλλον άνδρα) με στόχο να υπονοήσει κάτι που είναι αναληθές. Στην περίπτωση μιας κατάφωρης παραβίασης (όπως στο παράδειγμα 3), ο ομιλητής παραβιάζει με προφανή και απροσχημάτιστο τρόπο το αξίωμα της ποιότητας στο επίπεδο αυτού που λέγεται, αλλά παρόλα αυτά υπονοεί κάτι που είναι αληθές. Όλα τα παραδείγματα κατάφωρων παραβιάσεων που δίνει ο ίδιος ο Grice είναι αυτού του τύπου. Όμως, θεωρητικά, δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε ότι ένα υπονόημα θα είναι «αληθές»—οι ομιλητές μπορούν το ίδιο εύκολα να υπονοήσουν ένα ψέμα όσο και να πουν ένα ψέμα (π.χ. παράδειγμα 7).

 

3.7.2        Ακούσια παραβίαση ενός αξιώματος (infringing a maxim)

Ένας ομιλητής που, χωρίς να έχει πρόθεση να δημιουργήσει ένα υπονόημα και χωρίς πρόθεση να εξαπατήσει, δεν τηρεί παρόλα αυτά ένα αξίωμα θεωρείται ότι «παραβιάζει ακούσια» αυτό το αξίωμα. Με άλλα λόγια, η παραβίαση προκύπτει μάλλον λόγω ατελούς γλωσσικής επιτέλεσης, παρά από την επιθυμία του ομιλητή να δημιουργήσει ένα διαλογικό υπονόημα. Αυτό το είδος παραβίασης είναι πιθανό να προκύψει επειδή ο ομιλητής δεν γνωρίζει καλά τη γλώσσα (π.χ., ένα μικρό παιδί ή ένας ξένος), ή επειδή η επιτέλεση του ομιλητή είναι προβληματική για κάποιον λόγο (π.χ, νευρικότητα, μέθη, ταραχή), ή λόγω γνωσιακής βλάβης, ή και απλά επειδή ο ομιλητής δεν είναι σε θέση να μιλήσει καθαρά, με σαφήνεια, κλπ.

 

3.7.3        Αποδέσμευση από ένα αξίωμα (opting out of a maxim)

Ένας ομιλητής αποδεσμεύεται από την τήρηση ενός αξιώματος όταν δίνει σήματα της απροθυμίας του να συνεργαστεί με τον τρόπο που απαιτεί το αξίωμα. Παραδείγματα αποδέσμευσης προκύπτουν συχνά στη δημόσια ζωή όταν, π.χ., ένας ομιλητής δεν μπορεί, πιθανόν για νομικούς ή και ηθικούς λόγους, να απαντήσει με τον λογικά αναμενόμενο τρόπο. Και από την άλλη μεριά, όταν ο ομιλητής επιθυμεί να αποφύγει τη δημιουργία ενός ψευδούς υπονοήματος ή να φανεί ότι δεν είναι συνεργάσιμος. Τέτοια παραδείγματα περιλαμβάνουν περιπτώσεις όπου ιερείς, σύμβουλοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ή ακόμη και δημοσιογράφοι αρνούνται να αποκαλύψουν εμπιστευτικές πληροφορίες, ή αστυνομικούς που αρνούνται να δώσουν το όνομα του θύματος σε ένα ατύχημα έως ότου πληροφορηθούν σχετικά οι συγγενείς του. Τα παρακάτω είναι τυπικό παράδειγμα:

 

Παράδειγμα 23

Πάντως, ειλικρινά, δεν μπορώ να σου τίποτε, γιατί όλα όσα μου είπαν είναι εμπιστευτικά.

 

Ένας άλλος λόγος που συχνά προτείνεται ως δικαιολογία για την αποδέσμευση από ένα αξίωμα είναι ότι οι σχετικές πληροφορίες μπορεί να πληγώσουν (παράδειγμα 24) ή να βλάψουν κάποιον τρίτο (παράδειγμα 25):

 

Παράδειγμα 24

Η Ruth Rendell, διάσημη συγγραφέας μυστηρίου, σε συνέντευξη με έναν εξίσου διάσημο ψυχίατρο, τον καθ. Anthony Clare, ο οποίος την ρωτά για τον σύζυγό της:

 

AC:          Τον παντρευτήκατε δύο φορές. Έχετε δώσει πολλές συνεντεύξεις, αλλά ποτέ

δεν έχω ακούσει μια ικανοποιητική απάντηση σχετικά με αυτό το πολύ

ενδιαφέρον γεγονός.

 

RR:           Εεε [παύση] δεν νομίζω πως μπορώ να σας δώσω μια απάντηση. Δηλαδή δεν

εννοώ ότι δεν ξέρω το γιατί, αλλά δε μπορώ να το πω. Δεν νομίζω πως θα

ήταν καλή ιδέα να το πω. Ιδιαίτερα για τον άνδρα μου.

 

Παράδειγμα 25

Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή. Ο πρώτος ομιλητής είναι ακροατής, ο δεύτερος ο παρουσιαστής:

 

Α:                …. Εεε έζησα σε εεε μια χώρα που οι άνθρωποι συχνά αναγκάζονται να

    εγκαταλείψουν. 

Β:                Και ποια ήταν αυτή η χώρα;

Α:                Είναι μια χώρα της Ασίας και δε θα ήθελα να πω περισσότερα.

 

Όταν οι ομιλητές αποδεσμεύονται ηθελημένα από την τήρηση ενός αξιώματος με αυτόν τον τρόπο, αναφέρονται ρητά στον τρόπο με τον οποίο οι ομιλητές συνήθως συμμορφώνονται με τα αξιώματα. Αυτό, με τη σειρά του, ενισχύει τον ισχυρισμό του Grice ότι οι συνομιλητές σε ένα διάλογο αναμένουν ότι, τηρουμένων των αναλογιών και εκτός κι αν δοθούν ενδείξεις για το αντίθετο, η αρχή της συνεργασίας και τα αξιώματα τηρούνται.

 

3.7.4        Κατάργηση ενός αξιώματος (suspending a maxim)

Ορισμένοι συγγραφείς προτείνουν ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι αναγκαίο να αποδεσμευτεί κανείς από την τήρηση ενός αξιώματος διότι υπάρχουν θέματα για τα οποία οι συνομιλητές δεν αναμένουν ότι θα τηρηθούν τα αξιώματα (εξ ου και η μη τήρησή τους δεν δημιουργεί υπονοήματα). Αυτή η κατηγορία παραβίασης κρίθηκε αναγκαία ως απάντηση στην κριτική που ασκήθηκε από την Keenan (1976), η οποία πρότεινε ως αντιπαράδειγμα στη θεωρία του Grice το γεγονός ότι στη Μαδαγασκάρη οι συμμετέχοντες σε συνομιλίες:

 

…συνήθως δίνουν λιγότερες πληροφορίες από ότι χρειάζεται ο συνομιλητής, παρότι έχουν πρόσβαση στις απαραίτητες σχετικές πληροφορίες. (Keenan 1976: 70)

 

Το παράδειγμα της Keenan δεν διαψεύδει τη θεωρία του Grice εάν θεωρεί ως μια περίπτωση όπου καταργείται ή καταλύεται το αξίωμα της ποσότητας. Οι συνομιλητές σε αυτήν την γλωσσική κοινότητα δεν αναμένουν καθόλου ότι οι ομιλητές θα δώσουν ακριβείς πληροφορίες για συγγενείς και φίλους, γιατί φοβούνται να μην στρέψουν έτσι την προσοχή κακών πνευμάτων εναντίον τους. Παρότι ο Μαλαγάσιος ομιλητής μοιάζει ίσως να δίνει λιγότερες πληροφορίες στο επίπεδο των όσων λέγονται, αυτή η υπο-πληροφόρηση είναι συστηματική, έχει κίνητρο και έτσι δεν δημιουργεί διαλογικά υπονοήματα για τα μέλη αυτής της κοινότητας. Παρόμοια παραδείγματα έχουμε από την γλωσσική κοινότητα των Νάβαχο όπου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί κανείς τα ονόματα των νεκρών. Έτσι όταν μια ομιλήτρια Νάβαχο λέει «αυτός που σκοτώθηκε» σε κάποιον ξένο, δημιουργεί ίσως το υπονόημα ότι δεν γνωρίζει το όνομά του. Όμως, μεταξύ των Νάβαχο δεν δημιουργείται αυτό το υπονόημα όταν μάλιστα πρόκειται για νέο άνθρωπο που βρήκε βίαιο και πρόωρο θάνατο, γιατί η αναφορά του ονόματός του είναι ταμπού. Έτσι, σε αυτήν την περίπτωση, για τους Νάβαχο η παραβίαση του αξιώματος της ποσότητας δεν δημιουργεί κανένα υπονόημα γιατί όλοι οι συμμετέχοντες (που είναι μέλη της κοινότητας) γνωρίζουν ότι καταργείται.

 

Η κατάργηση αξιωμάτων μπορεί να είναι πολιτισμικά τοποθετημένη (όπως στους Μαλαγάσιους και τους Νάβαχο) ή να σχετίζεται με συγκεκριμένα γεγονότα. Παραδείγματος χάρη, τα μέλη της θεατρικής κοινότητας της Βρετανίας (αλλά όχι και ο υπόλοιπος πληθυσμός) αποφεύγουν να χρησιμοποιούν το όνομα του θεατρικού έργου Μάκβεθ του Σαίξπηρ γιατί υποτίθεται όπως είναι γρουσουζιά. Λένε αντί αυτού «το σκωτσέζικο έργο» (“The Scottish play”) παραβιάζοντας έτσι το αξίωμα της ποσότητας. Παρομοίως (αλλά λιγότερο εμφανώς), όπως παρατήρησα παραπάνω, στους περισσότερους πολιτισμούς το αξίωμα της ποσότητας φαίνεται πως καταργείται επιλεκτικά στην περίπτωση δικαστηρίων, ελεγκτικών επιτροπών και γενικά σε κάθε περίσταση αντιπαράθεσης, όπου θεωρείται δουλειά αυτού που διεξάγει την «έρευνα» να αποσπάσει την αλήθεια από έναν μάρτυρα. Δεν απαιτεί και δεν αναμένει κανείς από τους μάρτυρες να προσφέρουν πρόθυμα πληροφορίες που είναι πιθανόν να τους ενοχοποιήσουν, και δεν συνάγεται τίποτε βάσει των όσων δεν λέγουν. (Αυτό έρχεται σε άμεση αντίθεση με το παράδειγμα 21. Ένας σύζυγος έχει κάθε λόγο να περιμένει ότι η γυναίκα του θα απαντήσει πλήρως—δε έχει λόγο να θεωρεί πως πρέπει να αποσπάσει πληροφορίες λίγο-λίγο σαν να ήταν σε δικαστήριο). Βρίσκουμε επίσης παρόμοια παραδείγματα κατάργησης του αξιώματος της ποιότητας σε επικήδειους λόγους, του αξιώματος του τρόπου στην ποίηση αλλά και του αξιώματος της ποσότητας στα τηλεγραφήματα, τα τέλεξ και κάποιες ακριβές διεθνείς τηλεφωνικές συνομιλίες και κατάργηση και των τριών αξιωμάτων στα αστεία και τα ανέκδοτα. Δεν είναι εύκολο να βρούμε πειστικά παραδείγματα κατάργησης του αξιώματος της συνάφειας. 

 

3.8  Διερευνητικά τεστ για υπονοήματα

Η διάκριση μεταξύ του τι σημαίνουν και τι υπονοούν τα λόγια ενός ομιλητή θα πρέπει να έχει γίνει σαφής έως τώρα. Ο Grice στο άρθρο του “Logic and Conversation” εξετάζει έξι τεστ για τη διάκριση μεταξύ σημασιολογικής σημασίας και υπονοήματος. Ο Grice αναφέρεται σε έξι ιδιότητες των υπονοημάτων αλλά εδώ τις συμπτύσσω σε τέσσερις.

 

3.8.1        Μη-απαλοιφή (non-detachability) και μη-συμβατικότητα (non-conventionality)

Μερικές πλευρές της σημασίας είναι σημασιολογικές και μπορεί να αλλάξουν ή να απαλειφθούν (να εξαφανιστούν) με αλλαγή των λέξεων ή αναδιατύπωση (με αντικατάσταση μιας λέξης ή φράσης με μιαν άλλη που όμως δεν έχει τις ίδιες υποτιθέμενες δυσάρεστες συνδηλώσεις, π.χ., χοντρός – εύσωμος, ύπουλα - αθόρυβα). Βλέπουμε παρακάτω τρία παραδείγματα:

 

Παράδειγμα 28

Α:                Μάνα, δεν μου αρέσει να μπαίνεις έτσι ύπουλα στο δωμάτιό μου και να με

    τρομάζεις.

Β:                Δεν μπαίνω ύπουλα, παιδί μου. Απλά δεν κάνω αδικαιολόγητο θόρυβο.

 

Παράδειγμα 29

Χρησιμοποιήσατε τον όρο «μέθοδοι ανάκρισης». Εμείς θα τις λέγαμε μάλλον μεθόδους «συνέντευξης».

 

Παράδειγμα 30

Α:              Προφανώς κάποιοι σας έχουν ήδη κατηγορήσει ότι προσπαθήσατε να

    δωροδοκήσετε το προσωπικό για να σπάσει την απεργία.

Β:              Μα, δεν είναι δωροδοκία του προσωπικού για να σπάσει την απεργία, είναι

    προσφορά.

 

Στην περίπτωση των εκφράσεων «ύπουλα», «μέθοδοι ανάκρισης» και «δωροδοκία» οι αρνητικοί συνειρμοί είναι μέρος της σημασίας των λεξικών στοιχείων. Αν αντικαταστήσουμε αυτές τις «αρνητικές» λέξεις με ένα συνώνυμό τους που δεν έχει τις ίδιες δυσάρεστες συνδηλώσεις εξαφανίζεται και το πρόβλημα των συνδηλώσεων. Αυτό δεν είναι δυνατόν στην περίπτωση των υπονοημάτων. Όσο κι αν αναδιατυπώσουμε ένα εκφώνημα, το υπονόημα παραμένει και δεν εξαφανίζεται. Για παράδειγμα, υποθέστε ότι οι γάτες μου είναι μεγαλόσωμες. Ένας επισκέπτης κοιτάζει τη μία και λέει «Τι αδυνατούλα που είναι τούτη δω!» υπονοώντας με αυτό ότι το ζώο είναι παχύ (ενώ για μένα μπορεί να είναι απλά χοντρο-κόκκαλο). Το ίδιο υπονόημα θα διατηρηθεί όπως κι αν αναδιατυπωθεί το εκφώνημα και άσχετα με τον αν το συνώνυμο που επιλέγεται έχει αρνητικές συνδηλώσεις ή όχι: αδύναμη / αδύνατη / μη-μου-άπτου / συλφίδα / κακοταϊσμένη / πετσί και κόκκαλο / μενεκέν, κλπ. Όλα αυτά μεταφέρουν το υπονόημα ότι η γάτα είναι παχιά.

 

Η σαφής διάκριση μεταξύ σημασιολογικής σημασίας και σημασίας που δημιουργείται μέσω υπονοήματος δεν είναι πάντα εύκολη. Κάτι που αρχίζει ως διαλογικό υπονόημα μπορεί εν τέλει να γίνει η κατ’ εξοχήν σημασία μιας γλωσσικής έκφρασης. Αυτό ενδέχεται να συμβεί με αργό ρυθμό, όπως συνέβη με την λέξη goodbye στην αγγλική, της οποίας η χρήση άλλαξε με το χρόνο και η μορφή της άλλαξε επίσης τόσο πολύ που η αρχική της σημασία δεν είναι πλέον διαφανής. Το goodbye είναι σύντμηση του God be with you και στο Μεσαίωνα το χρησιμοποιούσαν ευρέως οι Χριστιανοί με διάφορους τρόπους μεταδίδοντας διάφορα υπονοήματα, παράλληλα με τη χρήση του ως χαιρετισμού κατά την άφιξη ή την αποχώρηση κάποιου. Έως την εποχή του Σαίξπηρ είχε πλέον περιοριστεί σε φόρμουλα αποχαρετισμού και έκτοτε έχει παραμείνει έτσι, ενώ παράλληλα άλλαζε και η μορφή της:

 

1558:                God be wy you.

 1668:                To Mr Wren, to bid him ‘God be with you.’

 1818:                And so your humble servant and good-b’ye!

 

Σήμερα πλέον στα βρετανικά αγγλικά υπάρχει η σύντμηση bye-bye ή απλά bye που χρησιμοποιείται μόνον κατά την αποχώρηση από ανθρώπους κάθε (ή και καμίας) θρησκείας και οι περισσότεροι χρήστες είναι σίγουρο πως είναι ανυποψίαστοι για την αρχική του (θρησκευτική) σημασία.

 

Μερικές φορές το πέρασμα από μια φράση που μεταφέρει διαλογικό υπονόημα (μέσω του συμβατικού υπονοήματος) στην σημασιολογική αλλαγή μπορεί να συμβεί πολύ γρήγορα. Στη δεκαετία του 1980 ο όρος “creative accounting” («δημιουργική λογιστική») έφτασε να σημαίνει «απάτη» και τώρα πλέον δεν σημαίνει τίποτε άλλο. Το ίδιο συνέβη και με την έκφραση “being economical with the truth” («κάνω οικονομία στην αλήθεια») που πλέον σημαίνει «ψεύδομαι» και μόνον αυτό.

 

3.8.2        Αλλαγή υπονοήματος

Τα υπονοήματα αποτελούν ιδιότητα των εκφωνημάτων και όχι των προτάσεων, κατά συνέπεια οι ίδιες λέξεις μεταφέρουν διαφορετικά υπονοήματα σε διαφορετικές περιστάσεις. Πάρτε για παράδειγμα την πρόταση Πόσων χρονών είσαι; και προσέξτε τον τρόπο που χρησιμοποιείται στα τρία παραδείγματα:

 

Παράδειγμα 33

Ένα αγοράκι μιλάει με έναν συνάδελφο του πατέρα του.

 

Α:                Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου.

Β:                Χρόνια πολλά! Πόσων χρονών είσαι;

Α:                Πέντε.

 

 

Παράδειγμα 34

Διάλογος από μυθιστόρημα. Ο ομιλητής Α μιλάει με τον γιο του.

 

Α:                [Ξέρεις] πόσων χρονών είσαι, Γιώργο;

Β:                Δεκαοχτώ, μπαμπά.

Α:                Ξέρω πόσων χρονών είσαι, ανόητε!

 

 

Παράδειγμα 35

Ένας ψυχίατρος μιλάει με μια ασθενή του:

 

Α:                Με τι ασχολείστε;

Β:                Είμαι νοσοκόμα, αλλά ο άνδρας μου δεν με αφήνει να δουλέψω.

Α:                Πόσων χρονών είστε;

Β:                Τριάντα εννέα.

 

Σε κάθε περίπτωση η σημασιολογική σημασία του Πόσων χρονών είσαι; είναι η ίδια, αλλά το υπονόημα διαφέρει. Στο παράδειγμα 33 αποτελεί άμεσο αίτημα για πληροφόρηση. Στο παράδειγμα 34 ο πατέρας υπονοεί ότι η συμπεριφορά του γιου του δεν είναι η ενδεδειγμένη για ένα άτομο της ηλικίας του (πιο συγκεκριμένα, υπονοεί ότι είναι ώρα να βρει δουλειά). Τέλος, ο ψυχίατρος στο παράδειγμα 35 προσπαθεί ενδεχομένως να κάνει την ασθενή του να εξετάσει την πιθανότητα ότι, στα τριάντα εννέα της χρόνια, είναι αρκετά μεγάλη για να αποφασίσει μόνη της αν θέλει να δουλέψει ή όχι.

 

3.8.3        Υπολογισιμότητα (calculability)

Όπως έχουμε δει, οι ίδιες λέξεις μπορεί να μεταφέρουν, σε διαφορετικές περιστάσεις, πολύ διαφορετικά υπονοήματα. Όμως, ένα υπονόημα που μεταφέρεται σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα δεν είναι τυχαίο. Είναι δυνατόν να αναφερθούμε διεξοδικά (όπως σε προηγούμενη ενότητα) στα βήματα που κάνει ο ακροατής προκειμένου να υπολογίσει το επιδιωκόμενο υπονόημα. Αυτά τα βήματα στο συλλογισμό του ακροατή τα περιγράψαμε στο 3.6.2.1.

 

3.8.4        Ακύρωση (defeasibility)

Αυτή είναι η πιο σημαντική διαφορά μεταξύ σημασιολογικής σημασίας και υπονοούμενης σημασίας. Η έννοια της «ακύρωσης» (defeasibility) σημαίνει ότι ένα υπονόμα μπορεί να πάψει να υφίσταται, να ακυρωθεί. Αυτό επιτρέπει στον ομιλητή να υπονοήσει κάτι και στη συνέχεια να αρνηθεί το υπονόημα. Είδαμε πως λειτουργεί αυτό στο παράδειγμα 24 όπου η Ruth Rendell είπε «δεν νομίζω πως μπορώ να σας δώσω μια απάντηση», και στη συνέχεια συνειδητοποίησε ότι είναι πιθανόν να υπονόησε ότι δεν γνωρίζει το λόγο. Έτσι ακυρώνει το ανεπιθύμητο υπονόημα προσθέτοντας «δεν εννοώ ότι δεν ξέρω το γιατί». Εδώ εξετάζουμε ακόμη τρία παραδείγματα στα οποία, για διάφορους λόγους, ακυρώνεται ένα υπονόημα:

 

Παράδειγμα 37

Α:                Ας πιούμε κάτι.

Β:                Δεν είναι ακόμη μία η ώρα.

 

Περίπου μια ώρα αργότερα.

 

Α:                Ας πιούμε ένα τζιν-τόνικ—η ώρα έχει πάει μία και κάτι.

Β:                Δεν είπα ότι μπορείς να πιεις μετά τη μία. Είπα ότι δεν μπορείς να πιεις πριν

    τη μία.

 

Σε αυτό το παράδειγμα, η ομιλήτρια Α μπορεί να θεωρηθεί ότι υπονόησε ότι ο Β μπορεί να πιει κάτι μετά τη μία. Όμως παρακάτω ακυρώνει αυτό το υπονόημα. Παρατηρήστε ότι το υπονόημα μπορεί να ακυρωθεί χωρίς να αντιφάσκει πραγματικά με την πρώτη συνεισφορά της ομιλήτριας στο διάλογο.

 

Παράδειγμα 38

Η Α και η Β είναι αδελφές. Η Α ετοιμάζεται να πάει σε μια συνέντευξη.

 

Α:                Πήρες το μαύρο βελούδινο σακάκι σου από το καθαριστήριο;

Β:                Δεν πρόκειται να σου το δανείσω!

Α:                Μα δε θέλω να το δανειστώ. Απλά αναρωτιέμαι αν το πήρες.

Β:                Απλά αναρωτιέσαι!;

Α:                Δεν έχω τίποτε καλό να φορέσω!

 

Εδώ βλέπουμε ότι η Α αρνείται το υπονόημα της πρώτης της ερώτησης, αλλά όχι πειστικά. Όταν η Β την προκαλεί, υποχωρεί και δικαιολογείται για το υπονοούμενο αίτημά της.

 

Παράδειγμα 39

Απόσπασμα ρεπορτάζ εφημερίδας για μια δίκη.

 

Σε αυτό το σημείο ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε εάν αρνείται ότι έβαλε εσκεμμένα το σκύλο του να επιτεθεί στον αστυνόμο. «Μάλιστα» απάντησε ο κατηγορούμενος, «Όντως το αρνούμαι. Όταν ο αστυνόμος, μπήκε στο κλαμπ είπα απλά στο σκύλο μου «Για κοίτα εκεί, Ράμπο, ένας μπάτσος» και ο σκύλος μάλλον αποφάσισε μόνος του.»

 

Εδώ έχουμε μια ακόμη λιγότερο πειστική περίπτωση άρνησης ενός υπονοήματος, αλλά το σημαντικό είναι ότι μπορεί όντως κάποιος να αρνηθεί το υπονόημα. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε να κάνει το σκύλο του να επιτεθεί στον αστυνομικό—θα μπορούσε, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, να παίζει απλά με το σκύλο του.

 

Παράδειγμα 40

Γράμμα σε εφημερίδα λίγο πριν την παραίτηση της Margaret Thatcher από την πρωθυπουργία της Μ. Βρετανίας τον Νοέμβριο του 1990:

 

Για το καλό της χώρας η πρωθυπουργός θα πρέπει να περιμένει ως το καλοκαίρι.

 

Αυτή η εποχή του χρόνου δεν είναι καλή για πάρτυ και μαζικούς εορτασμούς στους δρόμους.

 

Εδώ η συγγραφέας δημιουργεί εσκεμμένα ένα ψευδές υπονόημα (δηλ. ότι λυπάται που η κ. θάτσερ ενδέχεται να παραιτηθεί), πράγμα που ακυρώνεται άμεσα με τη δεύτερη πρότασή της. Αυτή η τεχνική της ακύρωσης προσδοκιών είναι συχνή στο χιούμορ και χρησιμοποιείται αποτελεσματικά εδώ για να κάνει μια πολιτική δήλωση. Η πιθανότητα ακύρωσης ή άρνησης ενός υπονοήματος είναι και ο πιο βασικό λόγος που οι άνθρωποι επιλέγουν να υπονοούν κάτι αντί να το λένε ρητά.

 

 

 



[1] Μετάφραση και προσαρμογή του κεφαλαίου “Conversational Implicature” του βιβλίου της Jenny Thomas (1995) Meaning in Interaction: An Introduction to Pragmatics από τον Κ. Κανάκη.